Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ν Η Σ Ο Σ Σ Κ Ο Π Ε Λ Ο Σ


    Η Σκόπελος, νησί των Βορείων Σποράδων, ανήκει στην επαρχία Σκοπέλου του νομού Μαγνησίας. Η συνολική της έκταση είναι 96 τετραγωνικά χιλιόμετρα και των μήκος των ακτών της 66,70 χλμ. Η κωμόπολη Σκόπελος αποτελεί έδρα του ομώνυμου Δήμου. Το δημοτικό διαμέρισμα της Γλώσσας περιλαμβάνει τα χωριά Γλώσσα, Αθέατο, Λουτράκι και το δημοτικό διαμέρισμα του Κλήματος περιλαμβάνει τα χωριά Παλαιό Κλήμα και Νέο Κλήμα (Έλιος). Είναι νησί ορεινό με κύρια οροσειρά τη Δέλφη. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ναυτιλία και τη γεωργία. Κύρια προϊόντα τα δαμάσκηνα, το λάδι, το κρασί, τα αμύγδαλα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ
ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τα παλαιότερα λείψανα κατοίκησης στη Σκόπελο χρονολογούνται στην πρώιμη και μέση μυκηναϊκή περίοδο και αντιπροσωπεύονται με λείψανα, κτίσματα και ένα ημικατεστραμμένο λακκοειδή τάφο στη θέση Στάφυλος, με απομεινάρια πολύτιμων κτερισμάτων. Τα ευρήματα, ανάμεσα τους και η περίφημη μυκηναϊκή λαβή ενός σπαθιού από χρυσό έλασμα σε μέγεθος εντυπωσιακό (μήκος λαβής με τον μύκητα 24 εκ.) βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και αποδόθηκαν στον μυθικό μυκηναϊκής καταγωγής βασιλέα Στάφυλο, σύντροφο του Ροδάμανθου, πρώτο μυθικό οικιστή της Πεπαρήθου.
Τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα πιθανότατα στάθηκαν αφορμή για τη δημιουργία σκοπελίτικης νεοελληνικής παράδοσης κατά την οποία στο νησί του Σταφύλου υπήρχε «θησαυρός». Η παράδοση ερμηνεύει την θησαυροθηρία των νεότερων χρόνων που είχε ως αποτέλεσμα καταστροφές πολλών αρχαίων κτισμάτων…
Μετά από μεγάλο κενό αφάνειας η Σκόπελος (αρχ. Πεπάρηθος), ακμάζει στην όψιμη αρχαϊκή και πρώιμη
κλασσική εποχή (6ος πρώιμος 5ος αι.) οπότε κόβει και ασημένια νομίσματα, ενώ διατηρεί εμπορικές σχέσεις με άλλα νησιά του Αιγαίου για να υποταχθεί, μετά τα περσικά (480 π.Χ.) στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Μετά από σύντομη υποταγή στους Σπαρτιάτες, επανέρχεται στην ηγεμονία των Αθηναίων (Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία). Στους υστεροκλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους κόβει χάλκινα νομίσματα όπου απεικονίζονται ο Διόνυσος και αμφορέας κρασιού, σύμβολο της εξαιρετικής ποιότητας του Πεπαρήθειου Οίνου.
ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Κατά την διάρκεια των μέσων χρόνων το νησί χρησιμοποιείται διαδοχικά ως τόπος εξορίας, ενώ δέχεται συχνά πειρατικές επιδρομές. Παρά ταύτα σημειώνεται άνθιση στη ναοδομία από τον 11ο αιώνα. Εποχή ευρύτερης αναγέννησης της ναϊκής αρχιτεκτονικής. Απαντάται ο τύπος της καμαροσκέπαστης βασιλικής καθώς και ο τύπος του εγγεγραμμένου ναού. Επίσης η μονόκλιτη βασιλική με τρούλο, τύπος καταγόμενος από τις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντινού κράτους θα επικρατήσει στην Παλαιολόγεια εποχή (1276-1453 ). Οι περισσότερες εκκλησίες της εποχής της Τουρκοκρατίας ωστόσο, καθώς και εκείνες που χρονολογήθηκαν στους μετά την Επανάσταση χρόνους, ανήκουν στον τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής.
Η Ενετοκρατία θα αφήσει τα ίχνη της στην αρχιτεκτονική αλλά και σε λιγοστά τοπωνύμια (ο Φραγκομαχαλάς της Σκοπέλου θα πρέπει να ήταν συνοικία όπου έζησαν οι Ενετοί).  Μετά την καταστροφή από τον Χαϊρεδίν Βαρβαρόσα (1538), αρχίζει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας ενώ εξασφαλίζεται προνομιακή μεταχείριση υπό την υψηλή κυριότητα του Καπουδάν πασά με παντελή απουσία τουρκικού πληθυσμιακού στοιχείου. Σύγχρονα και μεταγενέστερα περιηγητικά κείμενα (16ος – 19ος αι.) αναφέρονται στην οικονομική ανάπτυξη της Σκοπέλου και στο πολυάνθρωπο του νησιού.
Αξιοσημείωτη υπήρξε η έντονη μοναστική παρουσία στη Σκόπελο που συνδέεται μοναστήρια που τα περισσότερα αποτελούν μετόχια του Αγίου  Όρους. Ο μοναχισμός εκπροσωπήθηκε, ιδίως παλαιότερα και με αγιογράφους, ζωγράφους και αντιγραφείς πολυτίμων χειρογράφων που διαμόρφωσαν μία πνευματική τάξη ανθρώπων με ποικίλα ενδιαφέροντα. Σκοπελίτης και ο περιώνυμος Καισάριος Δαπόντες, ένας από τους περισσότερο ιδιόρρυθμους αλλά και ταυτόχρονα ενδιαφέροντες λόγιους των χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας.
ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας διαμορφώθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού με μία άρχουσα τάξη μεγαλοκτηματιών και καραβοκύρηδων που είχε κυρίως αναλάβει την καταβολή των ετησίων φόρων στους Τούρκους. Στην ίδια τάξη άνηκαν ο επίσκοπος και οι ηγούμενοι των μονών του νησιού. Την αστική τάξη αποτελούσαν λιγοστοί έμποροι. Μια τρίτη τάξη περιελάμβανε μικροκαλλιεργητές, εργάτες και τους ναύτες που αποτελούσαν τα πληρώματα του σκοπελίτικου εμπορικού στόλου. Δραστήρια υπήρξε επίσης και η τάξη των μοναχών των πολυπληθών μονών του νησιού.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά των Τούρκων σημειώνεται ενεργή συμμετοχή του νησιού, το οποίο κατά την περίοδο της Επαναστάσεως θα δεχθεί αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων από την Μακεδονία, την Εύβοια και την Θεσσαλία. Οι «Βλάχοι» τσομπάνηδες, που οι περισσότεροι είχαν έλθει από την Βόρεια Εύβοια, κατοίκησαν σε ορεινές περιοχές και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία.
Μετά την Επανάσταση παρατηρείται μεγάλη φτώχια που ωθεί πολλούς Σκοπελίτες στην μετανάστευση, με κύριες επιλογές τη Ρωσία, τη Ρουμανία και αργότερα την Αμερική.
Οι ναυτικοί του νησιού αποτελούν καθοριστικό παράγοντα οικονομικής αναβάθμισης ενώ -παράλληλα- εξελίσσονται σε συντελεστές εισροής πλούσιου ξενόφερτου υλικού, που υπό την μορφή επίπλων, κεραμικών και ειδών «πολυτελείας», θα κατακλύσει τα σκοπελίτικα σπίτια. Ποικίλα εμπορεύματα θα μεταφερθούν επίσης από άλλες χώρες και με ξένα πλοία που έπιαναν σκάλα στη Σκόπελο. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε ότι ήδη από τον 18ο αι. στο νησί υπήρχαν προξενεία της Βενετίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας με φυσικό επακόλουθο την «γνωριμία» και ξένων πολιτιστικών στοιχείων.
ΛΑΪΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Τα έθιμα της λαϊκής λατρείας παρ’ όλο που στηρίζονται στην χριστιανική θρησκεία, εν τούτοις πολλές φορές ενσωματώνουν στοιχεία που ριζώνουν (καθώς εξαρτώνται από φυσικά φαινόμενα) στον έμφυτο πρωτογονισμό του ανθρώπου ή στην αρχαία ελληνική παράδοση. Στην ουσία ο άνθρωπος του λαού προσεγγίζει τον θεό ή τους αγίους του χριστιανικού εορτολογίου μέσα από μία σχέση λιγότερο πνευματική και περισσότερο κοντινή και ανθρώπινη που στηρίζεται στη γνωστή αρχή του «όσο δίνω και μου δώσεις» (do ul des), η οποία και αποτελεί τη βάση κάθε φυσικής λατρείας.
Πλήθος οι εκκλησίες στη Σκόπελο (150 περίπου), τόποι κατοικίας των τιμώμενων θεϊκών μορφών σύμφωνα με την λαϊκή πίστη, συνηθισμένες και οι εκκλησίες των Αγίων στους οποίους έχουν αποδοθεί «ειδικά» χαρίσματα. Εξαίρεση αποτελεί η Παναγία παντοτινή βοηθός στις δύσκολες στιγμές (επίθετα της Παναγίας στη Σκόπελο σχετίζονται με περιοχές κτήτορες ή ιδιοκτήτες που της αποδόθηκαν. Παπαμελετίου, Λειβαδιώτισα (γιορτάζει την Παρασκευή του Πάσχα), Ελευθερώτρια, Φανερωμένη, του Πύργου, Ξενιά, Μισοσπορίτισσα, Ευαγγελίστρια, Πολεμίστρια. «Ταξίματα» σε προστάτες αγίους ήσαν συνηθισμένα στη Σκόπελο. Οι ναυτικοί έταζαν στον Άη-Νικόλα, οι γεωργοί στον Άγιο Μόδεστο (2 Σεπτεμβρίου), οι αμπελουργοί στον Άγιο Μιχαήλ (επισκοπή) Συνάδων, οι άρρωστοι επικαλούνται την βοήθεια των Αγίων Αναργύρων. Ολονύκτιες γίνονταν σε περίπτωση αναβροχής ή σεισμών.
Ως συνηθισμένες προσφορές αναφέρονται λάδι για άναμμα καντηλιών, λειτουργία (προσφορά) και κρασί. Μικρά συνήθως ασημένια ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος καθώς και τάματα με τη μορφή μικρόσχημων καραβιών, κοσμήματα, πολύτιμα τμήματα της φορεσιάς – συνήθως αρχαίας καταγωγής – γέμιζαν ευλαβικά εκκλησίες και ξωκλήσια. Με τον Αγιασμό των Φώτων ραντίζονταν σπίτια, κτήματα και μαντριά ενώ με τον Αγιασμό από τον Άγιο Μιχαήλ Συνάδων οι αμπελουργοί ράντιζαν τα αμπέλια – για να μην αρρωστήσουν από καλαβρό.
Βέβαια, υπήρξε άλλωστε σε πανελλαδική κλίμακα λαϊκή πίστη στην θαυματουργή δύναμη των εικόνων στη Σκόπελο π.χ. επικρατούσε η πίστη πως η εικόνα της Παναγίας της Λειβαδιώτισσας (υπήρχε παράδοση πως είχες εκβραστεί από τα κύματα στην παραλία της πόλης) γιάτρευε τους τρελούς. Πελώριοι κρίκοι στο δάπεδο του ναού μπροστά από το εικόνισμα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες των δύστυχων που δένονταν συχνά για πολλές μέρες, προσμένοντας τον γλιτωμό τους από το σάλεμα του νου.
Ακλόνητη λαϊκή πίστη συνδέεται επίσης με την ιαματική δύναμη των αγιασμάτων, δηλαδή των πηγών με νερό που αντλούσε την δύναμη του από κάποιον άγιο. Συνηθισμένη στον ευρύτερο χώρο των αγιασμάτων, ή των ξωκλησιών, υπήρξε η σε τακτά χρονικά διαστήματα τέλεση πανηγυριών όπου – μετά από αγρυπνία – μέσα από την διασκέδαση, την  κρασοκατάνυξη και την εκτόνωση, ελάφραινε ο μονότονος καθημερινός ρυθμός στα σκοπελίτικα (ιδιαιτέρως στα πανηγύρια της Αγίας Παρασκευής και του αγίου Ευσταθίου), έσφαζαν κατσίκι και ακολουθούσε συνεστίαση μοιράζονταν επίσης άρτος και λουκούμια.
Τοπικές παραδόσεις συνδέουν εκκλησιαστικά αντικείμενα με θαυμαστά γεγονότα: Όταν μετά τον ξεσηκωμό του γένους η Σκόπελος είχε γίνει ορμητήριο κλεφταρματολών, ο Καπουδάν πασάς κατευθύνθηκε με μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη εναντίον του νησιού. Οι κάτοικοι φοβισμένοι κλείστηκαν στο κάστρο ενώ η θαλασσοταραχή δυνάμωνε. Το πρωί οι Σκοπελίτες είδαν κατάπληκτοι τα τουρκικά σκάφη συντρίμμια πεταγμένα στους βράχους. Οι καμπάνες χτυπούσαν νικηφόρα, όταν ένας τούρκος – ο μόνος που σώθηκε προσπάθησε να ανεβεί στην Παναγία του Κάστρου ρωτώντας που βρίσκεται ο στρατηγός που είχαν δει μέσα στην αντάρα να κρατάει σπαθί και να αφανίζει τα πληρώματα. Όταν οδηγήθηκε μπροστά στις εικόνες αναγνώρισε τον στρατηγό που ήταν ο αρχάγγελος Μιχαήλ.
Κυριακή της ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Στη Σκόπελο και στη Γλώσσα παρατηρείται ένα λατρευτικό έθιμο το οποίο ανάγεται στη βυζαντινή εποχή και συμβολίζει την ανύψωση των εικόνων μετά τη διαμάχη μεταξύ εικονοκλαστών και εικονολατρών.
Παλιά συνήθιζαν να μεταφέρουν όλες τις εικόνες των ξωκλησιών (αφού τις κρατούσαν για μία μέρα στο σπίτι), καθώς και όσες αποτελούσαν κτήμα των οικογενειών, στο Χριστό, τη Μητρόπολη της Σκοπέλου. Τις εικόνες, στολισμένες με κεντημένα υφάσματα μετέφεραν στην εκκλησία αθώα μικρά παιδιά.
Της ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
Μεγάλη γιορτή, χαρακτηρίζεται από τη νηστεία της ημέρας και τα καθαγιασμένα λουλούδια και μυρωδικά που – ως φυλαχτά – έπαιρναν μαζί τους οι πιστοί φεύγοντας από την εκκλησία.
Τη μέρα αυτή θεωρούσαν καλό οιωνό αν έβλεπαν πελαργό ή χελιδόνι να επιστρέφει από τις μακρινές ζεστές χώρες.
Της ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ (Σάββατο πριν του Λαζάρου)
Γινόταν πανηγύρι στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Σκόπελο και στη Γλώσσα. Τη μέρα αυτή με μαντικές ενέργειες πίστευαν ότι «φανερώνεται» ο γαμπρός. Τα κόλλυβα που την μέρα των Αγίων Θεοδώρων είχαν βάλει κάτω από το μαξιλάρι, τα έριχναν σε σταυροδρόμι ή έξω από το σπίτι και κρύβονταν περιμένοντας να δουν ποιος θα περνούσε.
Χαρακτηριστικό της μέρας αυτής είναι η παρασκευή αρμυροκουλούρας με αλεύρι και αλάτι (τα τελευταία με «μαγική» δύναμη, καθότι κλεμμένα από τρία (ιερός αριθμός) πρωτοστέφανα ζευγάρια) που τρώγεται χωρίς να επιτρέπεται η πόση νερού – πριν τον ύπνο. Αυτός που στο όνειρο θα προσφέρει νερό θα είναι ο γαμπρός.


ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Οι απόκριες στη Σκόπελο σηματοδοτούν μία περίοδο ξεφαντώματος και διασκέδασης, όπου κάθε είδους τρέλα ήταν θεμιτή. Παλιότερα χαρακτηριζόταν από καθολική συμμετοχή σκοπελιτών, ακόμη και των ξενιτεμένων στην μακρινή Μπράιλα ή στο Ταϊγάνι, οι οποίοι έσπευδαν να επιστρέψουν στο νησί για ενεργό συμμετοχή στα αποκριάτικα έθιμα με μεταμφίεση (ντύνονταν κακές μουτσούνες ή κουδουνάτοι), βωμολοχίες, άσεμνα πειράγματα και τραγούδια. Στα τελευταία πιθανότατα υποκρύπτονται παγανιστικά στοιχεία σχετιζόμενα με την διονυσιακή λατρεία με τελικό σκοπό τη μαγική υποβοήθηση της γης να «βλαστήσει» (και το εξελιγμένο σήμερα θέατρο άλλωστε πηγάζει από παρόμοιες πρωτόγονες λαϊκές παραστάσεις).
Η διάρκεια του τριωδίου ήταν τρεις εβδομάδες, η πρώτη ονομαζόταν αμολλητή ή απολυτή (διότι τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο) ή προφωνησιμ ή προφωνή ή παρδαλή, (ως προάγγελος αυτών που θα ακολουθήσουν) η δεύτερη κρεατινή (επειδή δεν κρατούν Τετάρτη και Παρασκευή), η Τρίτη τυρινή (επειδή τρώνε κυρίως τυρί). Τις δύο πρώτες Κυριακές συνηθίζονταν χοροί στα σπίτια και μάλιστα στον ενιαίο μεγάλο χώρο του τελευταίου πατώματος, το αβέρτο. Την Κρεατινή ντύνονταν στη συνοικία της Παναγίας οι κακές μουτσούνες ή οι κουδουνάτοι, κατά την διάρκεια του εθίμου κυριαρχούσαν οι βωμολοχίες και τα άσεμνα πειράγματα. Την Τσικνοπέμπτη το γλέντι κορυφωνόταν, ενώ το απόγευμα ζωντάνευε το έθιμο της φεργάδας ή τράντας.
Η φεργάδα ήταν ομοίωμα καραβιού κατασκευασμένου από ξύλα και καλάμια με αμπάρι, φουγάρο και μηχανή, όπου σε τενεκέ, έκαιγαν καβαλίνες. Μέσα στην Τράντα υπήρχε το πλήρωμα, μουτζουρωμένο και με σταυρικό σχήμα από λουλάκι στο μέτωπο και στα μάγουλα. Το ομοίωμα του καραβιού διέσχιζε την πόλη σταματώντας σε ανοιχτούς χώρους όπου όλοι χόρευαν κάνοντας πειράγματα και λέγοντας άσεμνα τραγούδια (στοιχεία που θυμίζουν τα εξ’ αμάξης των αρχαίων….)
Στη Γλώσσα, την τελευταία Κυριακή, φορούσαν τις καλές στολές, τις φουστανέλες (χωρίς εσώρουχα σύμφωνα με παλιές μαρτυρίες…) και τις βράκες. Γινόταν αναπαράσταση γάμου και περιφορά του καρνάβαλου με συνοδεία μουσικών οργάνων και άσεμνων τραγουδιών. Τα γλέντια γίνονταν συνήθως στις επίπεδες ταράτσες (δώματα) των σπιτιών.
Στο Κλήμα, την τελευταία Κυριακή, φορούσαν τα παλιάτσικα, παλαιά καθημερινά ρούχα με τους παλιάτσηδες να τριγυρνούν από σπίτι σε σπίτι με πρόσωπο βαμμένο μαύρο ή με μάσκες, λέγοντας αστεία. Οι γυναίκες φορούσαν την νυφική στολή και χόρευαν. Στο αποκριάτικο γλέντι έπαιρναν μέρος και οι αρκουδιάρηδες καθώς και οι κουδουνάδες ντυμένοι με προβιές.
ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ
            Την μέρα αυτή οι σκοπελίτες ξεχύνονταν στις εξοχές όπου έτρωγαν θαλασσινά και διάφορα άλλα νηστίσιμα. Χαρακτηριστικό της ημέρας – έκτός από τον χορό- ήσαν τα τραγούδια, τα περισσότερα άσεμνα (τα πιρπάσκα), που τραγουδιόνταν από τους πιρπασαραίους. Η αναφορά συγκεκριμένων σεξουαλικών πράξεων και των γενετήσιων οργάνων «με το όνομά τους» καθώς και τα υπονοούμενα τέτοιων τραγουδιών δεν θεωρούνταν πάντα προσβλητικά της δημοσίας αιδούς, γεγονός που επιβεβαιώνει την λαϊκή αντίληψη ότι «τα φυσιολογικά δεν είναι αισχρά» (naturalia non sunt turpia). Κατά την επιστροφή στα σπίτια τους κρατούσαν κοντάρι στην άκρη του οποίου έμπηγαν – αντί σημαίας – κουνουπίδι. Χαρακτηριστικό έθιμο υπήρξε ακόμη το βάψιμο του προσώπου με λουλάκι και ο στολισμός των αυτιών με ζουμπούλια. Στο Κλήμα την Καθαρά Δευτέρα έβαφαν επίσης το πρόσωπο με λουλάκι και χόρευαν.


ΠΑΣΧΑ

   Το Πάσχα στη Σκόπελο αποτελούσε, όπως άλλωστε παντού, μέρα χαράς και γλεντιού. Το καθιερωμένο πασχαλινό φαγητό ήταν το σουβλιστό κατσίκι. Οι βοσκοί δεν έτρωγαν κόκκινα αυγά, διότι επικρατούσε η πρόληψη πως όταν θα άρμεγαν θα αρρώσταιναν τα γίδια…
Το απόγευμα γινόταν η δεύτερη ανάσταση (Αγάπη) όπου ο παπάς, παλιότερα  ασπαζόταν τους άνδρες ζητώντας τους συγχώρεση. Οι περισσότεροι πιστοί συνέρεαν στην εκκλησία της Παναγίας για την Αγάπη. Ανάμεσα τους οι νεόνυμφες που τη μέρα αυτή δεν πήγαιναν στην δική τους εκκλησία.
Την Κυριακή το απόγευμα παλαιότερα γινόταν το κόψιμο του Νιούδα (Ιούδα) επρόκειτο για ανθρώπινο ομοίωμα γεμισμένο με άχυρα που στήνονταν σε δέντρο. Στο χέρι του έδεναν το σακούλι με τα αργύρια… Για το κάψιμο έπαιρναν άδεια από τον παπά και τον επίσκοπο. Ο επίτροπος μοίραζε σε καθένα ποτήρι γεμάτο μπαρούτι και μόλις δινόταν το σύνθημα όσοι είχαν απλά έριχναν οπότε το ομοίωμα έπαιρνε φωτιά και καιγόταν μέσα σε κραυγές και οχλαγοή. Δεύτερος Νιούδας άλλοτε καιγόταν στον Κομμένο, λιμενοβραχίονα στο Μώλο. Αφού τον έστηναν πάνω σε παλαιό κανόνι τον σημάδευαν από μακριά και τον έκαιγαν. Στη Γλώσσα, τον Ιούδα τον τοποθετούσαν στην πλατεία όπου και ακολουθούσε το κάψιμό του.
Κυριακή των Βαΐων
Την Κυριακή των Βαΐων συνήθως έτρωγαν (όπως και στην υπόλοιπη νησιωτική κυρίως Ελλάδα) ψάρι. Χαρακτηριστικό σκοπελίτικο έθιμο της ημέρας υπήρξε η προσφορά της πεθεράς προς τη μέλλουσα νύφη ενός επιχρυσωμένου (βαρακωμένου) βαγιού που έδεναν με κορδέλα απ’ όπου κρεμούσαν φλουρί τη βάγια που έφερε το όνομα της κοπέλας ο παπάς το παρέδιδε στη κοπέλα που έπρεπε.
ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Από το Σάββατο του Λαζάρου άρχιζαν τα Πασχαλινά έθιμα. Τη μέρα αυτή κατασκεύαζαν τον Λάζαρο, ομοίωμα ανθρώπινο από ύφασμα που φορούσε παντελόνι και σακάκι. Παιδιά σε μικρές ομάδες γυρνούσαν στις γειτονιές κρατώντας τον Λάζαρο στερεωμένο σε κοντάρι ή σε καλάμι και τραγουδούσαν ειδικά τραγούδια τα λαζαρικά μαζεύοντας χρήματα:

Σήκου Λάζαρι και μη πολιοκοιμασι
Τα βάια φτάσανι και συ ακόμα κ’ μάσι,
Σήκου Λάζαρι κουρέλ’ απού μέσα απ’ το βαρέλ’.
Βάγια Βάγια του βαγιού
Τρώνι ψάρι κι κουλιό
Και την άλλη Κυριακή τρώνι κόκκινου αυγό.
Στη μνήμη του Λαζάρου ζύμωναν τα λαζαράκια, ειδικά μικρά ανθρωπόμορφα κουλούρια με σταυρωμένα χέρια και γαρύφαλλα στη θέση των ματιών. Στο Κλήμα τοποθετούσαν το λαζαράκι σε καλάθι μαζί με λουλούδια και τριγυρνούσαν στις γειτονιές.
ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ
Από τις 2 τα μεσάνυχτα ο κόσμος συνέρεε στην εκκλησία για τη θεία μετάληψη, οι ελεύθερες έφευγαν αμέσως μετά την μετάληψη, ενώ το υπόλοιπο εκκλησίασμα παρέμενε και άρχιζε η λειτουργία. Η καθημερινή διατροφή της ημέρας περιελάμβανε αστακό με μάραθα επιτρεπτή ήταν επίσης και η χρήση ελαιόλαδου. Στο Κλήμα παρατηρείται το έθιμο “χαίρε πύλη” που παίρνει το όνομα από ιδιότυπο τραγούδι μικρών παιδιών.
Στη Γλώσσα όλοι τα αυγά τα αγόραζαν από μικρά παιδιά που τα πουλούσαν στους δρόμους σε καλαθάκι. Καθιερωμένη ασχολία της ημέρας ήταν το βάψιμο των αυγών (πανελλαδικά Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη).
Το αυγό που  περικλείει σε σπέρμα τη ζωή κέκτηται ειδική «δύναμη»  μου με τρόπο σχεδόν «μαγικό» μεταδίδεται σε ανθρώπους, ζώα και φυτά. Η δύναμη ενισχύεται και από άλλα στοιχεία π.χ. το κόκκινο χρώμα που από μόνο του έχει ιδιότητες αποτρεπτικές. Θαυμαστές ιδιότητες έχει επίσης το πρώτο αυγό που θα βαφτεί, το αυγό της Παναγίας, με ιδιότητες φυλαχτικές που τοποθετείται στο εικονοστάσι ή τα ευαγγελισμένα αυγά που λειτουργούνται στην εκκλησία.
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Χαρακτηριστικό της ημέρας, πέρα από την απόλυτη νηστεία και τη γενική κατήφεια, ήταν το μοιρολόγι, που είναι πανελληνίως γνωστό ως το μοιρολόγι της Παναγίας ή της Κεράς το μοιρολόι ή ο θρήνος του Χριστού κ.α., τραγουδισμένο από μικρά παιδιά που ξεχύνονταν στους δρόμους ψάλλοντας το: «σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα» και έπαιρναν ως αντίδωρο γλυκά ή καρύδια. Σε πολλά σπίτια έπιναν ξύδι και έτρωγαν ένας, ένας, όρθιος μαρούλι, κρεμμύδια και κουκιά.
Το μεγάλο γεγονός όμως παρέμενε ο επιτάφιος (σχετιζόμενος με την Αδωνική ανθοφορία της αρχαιότητας) του οποίου ο στολισμός ξεκινούσε νωρίς το πρωί. Στη Σκόπελο εκτός από τα άνθη, φυσικά και τεχνητά, χρησιμοποιούσαν τις τρέδες δηλαδή χρυσά λουλούδια από τρεις μακριές χρυσές κλωστές, στερεωμένα σε καλάμι ή σύρμα. Στα λουλούδια του Επιταφίου ο λαός απέδιδε πάντοτε θαυματουργικές ιδιότητες γι’ αυτό και το εκκλησίασμα τα έπαιρνε και τα διατηρούσε ως φυλαχτικά. Στη Σκόπελο τα Χριστολούλουδα σχετίστηκαν επιπλέον με μαντικές ενέργειες αφού οι κοπέλες τα τοποθετούσαν κάτω από μαξιλάρι τους ώστε να τους φανερωθεί σε όνειρο ο μελλοντικός τους σύζυγος.
Οι σκοπελίτικοι επιτάφιοι έβγαιναν με καθιερωμένη σειρά. Πρώτος έβγαινε του Χριστού, μετά του Άη-Γιάννη, μετά της Παναγίας και τέλος της Φανερωμένης.
Παλαιότερα έπεφταν κανονιές και πυροτεχνήματα, όπως στην Ανάσταση, ενώ κάποιοι έριχναν στον αέρα με πιστολιές και καρυοφύλλια.
Συνηθισμένο έθιμο στη Σκόπελο υπήρξε άλλοτε το «Αρατε Πύλας» που σήμερα, ακολουθείται στην Παναγία Παπαμελετίου καθώς και στο Χριστό και στον Άη-Γιάννη. Κατά το έθιμο μετά την επιστροφή του επιτάφιου και πριν την είσοδο του στην εκκλησία, η πόρτα παρέμεινε κλειστή ενώ κάποιος στο εσωτερικό της εκκλησίας υποδύετο τον Άδη. Μετά από διάλογο ανάμεσα στον ιερέα και τον φρουρό του κάτω κόσμου, γινόταν η θριαμβευτική είσοδος του Βασιλέως της Δόξης στον ναό.
Κατά την επιστροφή ο κόσμος άρπαζε τα λουλούδια του επιταφίου και τα χρησιμοποιούσε ως φυλαχτό. Επίσης τα κέρινα φανάρια του επιταφίου τεμαχίζονταν και ο επίτροπος τα παρέδιδε σε ναυτικούς ως τα «καλύτερα» φυλαχτά για την τρούμπα, τη δίνη της θάλασσας που ρουφάει τα καράβια.
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
Την ώρα του Χριστός Ανέστη ακολουθεί πανδαιμόνιο και ρίχνονται κανονιές παρά τις σχετικές απαγορεύσεις. Μετά το Χριστός Ανέστη και τον ασπασμό ακολούθησε η λειτουργία που έκλεινε με προαιρετική μετάληψη γύρω στις δύο. Με το καθαγιασμένο φως της Ανάστασης σχηματίζονταν σταυρικά σχήματα στις πόρτες και τους τοίχους ενώ το καντήλι θα παρέμενε άσβηστο για σαράντα μέρες….
Οι τσοπάνηδες είχαν μεταφέρει νωρίτερα στην εκκλησία τυρί ανάλατο, μυζήθρες και κόκκινα αυγά να ευλογηθούν. Στη συνέχεια τα τοποθετούσαν στο παγκάρι να τα γευθεί ο κόσμος.
Η ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

   Οι εκδηλώσεις της ζωής των παραδοσιακών κοινωνιών καθορίζονται και επηρεάζονται αποφασιστικά από τα φυσικά φαινόμενα – κρύο, ζέστη, βλάστηση, κάρπισμα, ξηρασία, επιστροφή και αναχώρηση αποδημητικών πτηνών. Δημιουργεί το φυσικό ημερολόγιο στο οποίο και προσαρμόζεται οι οικονομική δραστηριότητα των αγροτικών κυρίως κοινωνιών. Ο κύκλος των γεωργών ή των ζωοτροφικών εργασιών δημιουργεί – παράλληλα – ένα οικονομικό ημερολόγιο. Το τελευταίο παρακολουθεί το φυσικό και συνδέεται αναπόσπαστα μαζί του. Οι διάφορες εποχές, μεγάλες (άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας) αλλά και μερικές (εποχή) σποράς, κλαδέματος, αλωνίσματος, συγκομιδής βροχοπτώσεων κ.λ.π.) συνειδητοποιούνται βαθύτατα από όλα τα μέλη των παραδοσιακών κοινωνιών και επηρεάζουν με τρόπο καθοριστικό τη ζωή τους αναπτύσσοντας ίδιες ψυχικές καταστάσεις και κακή αντίληψη για τη ζωή.
Ο κύκλος σπόρος θερισμού που αποτελεί την σημαντικότερη πιθανότητα δραστηριότητα των αγροτικών κοινωνιών επέβαλε το γεωργικό έτος με συνεχείς επί μέρους αναφορές σε μικρότερα διαστήματα του κύκλου ζωής του σιταριού (όργωμα, σπορά, άλεσμα κ.ο.κ.).
Το χρονικό διάστημα που ακολουθεί το θερισμό χαρακτηρίζεται από συναισθήματα ευφορίας που εκδηλώνονται με πανηγύρια που είναι σε πανελλαδική κλίμακα – πολλά κατά την εποχή αυτή.
Για τον υπολογισμό κυρίως των ωρών της νύχτας χρησιμοποιήθηκαν «σημάδια ουράνια» τα άστρα (Πούλια ή εξάστερα – Πλειάδες), Αποσπερίτης, Αυγερινός (Αφροδίτη), ή Ζυγός (Ορίων). Η Πούλια μάλιστα χρησιμοποιήθηκε κατ’ εξοχήν ως σημάδι καθαρισμού των εποχών του φυσικού οικονομικού ημερολογίου μία που εμφανίζεται από τα μέσα του Νοεμβρίου ορίζοντας με την επιτολή της την έναρξη του θερισμού, ενώ με την δύση της την έναρξη της σποράς (η Πούλια βασιλεύοντας και πίσω παραγγέλλοντας μήτε τσοπάνος στα βουνά, μήτε γεωργός στους κάμπους).
Οι μήνες οργανωμένοι σύμφωνα με την κίνηση του ηλίου, συνδέθηκαν με ορισμένες εποχές του φυσικού έτους που σε κάθε τόπο σημαίνουν διαφορετική ασχολία την οποία όριζε η κοινότητα με τις δικές της προσαρμογές π.χ. ο Νοέμβριος συνδέθηκε με σπορά, ο Ιούνιος με τον θερισμό ενώ διάφορα ονόματα δήλωναν το περιεχόμενο κάθε μήνα (Γενάρης, επειδή γεννάει η μέρα και τ’ αρνιά. Ο Νοέμβριος ονομαζόταν στη Σκόπελο και αλλού Άη Αντριάς επειδή το κρύο τότε δυναμώνει, αντρειώνεται).
Το λαϊκό χριστιανικό εορτολόγιο, σταθερά οργανωμένο πάνω στο Ιουλιανό έτος (εκτός από τον εορταστικό κύκλο του Πάσχα που είναι κινητός), ανακυκλώνεται με την ίδια περιοδικότητα ενώ και οι 366 μέρες του έτους σφραγίζονται με χριστιανικές γιορτές που συνοδεύουν με τακτή επανάληψη την ανθρώπινη ζωή.
Η λαογραφική αναφορά θα σχετισθεί με το σύνολο των εκδηλώσεων που ακολουθούν τις χριστιανικές γιορτές. Με βάση την λαϊκή λατρεία, «μέγα» και ουσιαστικό της χαρακτηριστικό μπορεί να θεωρηθεί η τάση εξευμενισμού των ανώτερων δυνάμεων που ρυθμίζουν την εναλλαγή των εποχών και την παραγωγή της γης (και της θάλασσας) από την οποία τελικά εξαρτάται η επιβίωση του ανθρώπου. Από την άλλη μεριά η σχέση ανάμεσα στα τιμώμενα πρόσωπα – τους αγίους – και το κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά, σχέση στη βάση της υποκειμενική, φορτισμένη συναισθηματικά, όχι μόνο «στήριζε» αλλά και σηματοδοτούσε την εργασία και τις ποικίλες ενασχολήσεις ανδρών και γυναικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ