Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΣΚΟΠΕΛΟΣ > ΙΣΤΟΡΙΑ

Ιστορία για το νησί Σκόπελος Ελληνικά Νησιά Σποράδες Ελλάδα
Τα παλαιότερα λείψανα κατοίκησης τοποθετούνται μέχρι σήμερα στην πρώιμη και μέση φάση της μυκηναϊκής περιόδου (16ος- 14ος αι. π.Χ). Πρόκειται για κτίρια στο νησί του Σταφύλου, καθώς και για ένα λακκοειδή τάφο με πολύτιμα κτερίσματα που βρέθηκε σε μικρή απόσταση από αυτά. Τα πλούσια ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο τάφος ανήκε σε κάποιον ισχυρό ηγεμόνα της εποχής και πιθανότατα στο μυθικό βασιλιά Στάφυλο, που καταγόταν από τη μινωική Κρήτη. Επιπλέον η αρχαία γραπτή παράδοση ενισχύει την ύπαρξη ιστορικού πυρήνα στο μύθο του Στάφυλου, ενώ και η ονομασία της περιοχής, που διατηρήθηκε αναλλοίωτη μέχρι σήμερα μετά από τόσες χιλιετίες, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για την απόδοση του τάφου στο μυθικό βασιλιά.

Μετά τη μυκηναϊκή εποχή παρεμβάλλεται ένα κενό αρκετών αιώνων, κατά το οποίο οι γνώσεις μας για το νησί είναι πενιχρές, μέχρι τους αρχαίους χρόνους (6ος αι. - αρχές 5ου π.Χ.), που είναι εποχή αιχμής για την Πεπάρηθο, αφού κόβει ασημένια νομίσματα και διατηρεί εμπορικές σχέσεις με άλλες πόλεις - κράτη του Αιγαίου. Μετά τα περσικά (480 π.Χ.) χάνει την αυτοτέλεια της και υπάγεται στην Α' Αθηναϊκή Συμμαχία. Η ξεχωριστή της θέση στις Β. Σποράδες φαίνεται από το μεγάλο συμμαχικό φόρο που πλήρωνε σε σχέση με τα άλλα νησιά (Σκιάθος, Ίκος, Σκύρος). Το 427 ένας ισχυρός σεισμός που συνοδεύεται από φοβερό παλιρροϊκό κύμα γκρεμίζει πολλά δημόσια κτίρια, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης. Διαδοχικά επανέρχεται υπό την ηγεμονία των Σπαρτιατών και στη συνέχεια κάτω απ' αυτήν των Αθηναίων (Β' Αθηναϊκή Συμμαχία).
Στους ελληνιστικούς χρόνους (τέλος 4ου -1ος π.Χ. αι.) γίνεται πολλές φορές το επίκεντρο στους αγώνες μεταξύ των Διαδόχων και στη διαμάχη μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων. Στους υστεροκλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους κόβει χάλκινα νομίσματα σε περιόδους που είχε κάποια αυτονομία. Το εμπόριο κρασιού φαίνεται ότι πάντοτε ήταν ανθηρό, αφού ο Διόνυσος και ο αμφορέας του κρασιού συχνά εικονίζονται στα νομίσματα της, ενώ στις αρχαίες πηγές εγκωμιάζεται η ποιότητα του πεπάρηθου οίνου. Στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους χτίστηκαν ναοί και οχυρώσεις σε διάφορα σημεία του νησιού, από τα οποία σώζονται σημαντικά ερείπια.
Κατά τη ρωμαιοκρατία, που αρχίζει το 146 π.Χ., η Πεπάρηθος αναφέρεται ελάχιστα στις αρχαίες πηγές. Μερικά χάλκινα νομίσματα που κόπηκαν στην περίοδο αυτή δείχνουν κάποιο είδος αυτοτέλειας ή αυτοκρατορικής εύνοιας. Προς το τέλος των αρχαίων χρόνων είχε ήδη αλλάξει το όνομα του νησιού από Πεπάρηθος σε Σκόπελος και με το τελευταίο είναι γνωστή στους βυζαντινούς χρόνους. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. κυριαρχεί στο νησί η μορφή του επισκόπου Ρηγίνου, που συνέτεινε στη διάδοση του χριστιανισμού στις Β. Σποράδες. Το 363 κατά τους διωγμούς του Ιουλιανού ο Ρηγίνος φονεύεται και αργότερα η εκκλησία τον ανακηρύσσει άγιο. Μετά το θάνατο του πρέπει να χτίστηκαν πολλοί παλαιοχριστιανικοί ναοί στα νησιά. Κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους η Σκόπελος φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας, αν και δεν υπάρχουν βέβαιες μαρτυρίες και γενικά στους χρόνους αυτούς το νησί ελάχιστα αναφέρεται. Ειδικά από τον 11ο αιώνα αρχίζει μία άνθηση στη ναϊκή αρχιτεκτονική. Το 1204 καταλαμβάνεται από τους Ενετούς και κυβερνάται μέχρι το 1276 από την οικογένεια Γκίζι. Κατά την παλαιολόγειο περίοδο που ακολουθεί (1276 -1453) η κρατική εξουσία και προστασία είναι χαλαρή, με αποτέλεσμα το νησί να δέχεται επιδρομές και να υφίσταται καταστροφές από διάφορους εισβολείς.
Το 1453 η Σκόπελος καταλαμβάνεται από τους Ενετούς και μέχρι το 1538 αποφεύγει την τουρκική κατάκτηση. Κατέχουμε πλήρη κατάλογο των Ενετών ρεκτόρων που κυβέρνησαν τις Βόρειες Σποράδες κατά το διάστημα αυτό. Οι Ενετοί φαίνεται ότι κυβέρνησαν με ήπιο τρόπο, γι αυτό και κατά το διάστημα της κυριαρχίας τους στα νησιά χτίζονται πολλές εκκλησίες και υπάρχει έντονη αγιογραφική δραστηριότητα, αλλά δεν έχουμε μαρτυρίες για ύπαρξη καθολικών ναών. Υπολείμματα της ενετικής κυριαρχίας είναι σήμερα μερικά οικογενειακά ονόματα, λίγα τοπωνύμια και πολλές λέξεις στο σκοπελίτικο λεξιλόγιο. Επίσης επιδράσεις της ενετικής αρχιτεκτονικής αποτελούν αρχιτεκτονικά στοιχεία στην παλιά λαϊκή κατοικία της Σκοπέλου (Σάμψων 1983, 40). Ο Φραγκομαχαλάς της Σκοπέλου πρέπει να ήταν η συνοικία όπου έμεναν οι Ενετοί και άλλοι ξένοι κάτοικοι του νησιού.
Το 1538 η Σκόπελος καταλαμβάνεται και καταστρέφεται από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα και έκτοτε αρχίζει η τουρκική κυριαρχία. Το νησί δεν πρέπει να ερημώθηκε τελείως, γιατί λίγο μετά το 1538 παρατηρείται άνθηση στην ανέγερση εκκλησιών. Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας η Σκόπελος διατηρεί τα προνόμια που απολάμβανε και επί Ενετών και έχει την τύχη να μην υπάρχει μόνιμος τουρκικός πληθυσμός στο νησί. Βοεβόδας Έλληνας και προεστοί κυβερνούν στην ουσία το νησί, ενώ υπάρχει υψηλή κυριαρχία του Τούρκου ναυάρχου (Καπουδάν πασά). Από τους πρώτους χρόνους της τουρκοκρατίας υπάρχει έντονη οικοδομική δραστηριότητα σε ναούς και μοναστήρια, ενώ έντονη εμπορική κίνηση αρχίζει από το 18ο αιώνα. Περιηγητές που επισκέπτονται τη Σκόπελο από το 16ο μέχρι το 19ο αιώνα μιλούν για μια πόλη πολυάνθρωπη, με μεγάλη οικονομική ευρωστία. Από τις μαρτυρίες των περιηγητών αντλούμε πολλά άγνωστα στοιχεία για την ιστορία και τον πολιτισμό των Β. Σποράδων, στα πρώτα κυρίως σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας. (Βλέπε Α. Σάμψων, Οι Βόρειες Σποράδες στους γεωγράφους και περιηγητές, όπου έχει συγκεντρωθεί όλο αυτό το τεράστιο υλικό).
Η Σκόπελος, αφού έζησε τις περιπέτειες και τα επαναστατικά κινήματα των οπλαρχηγών του Ολύμπου στις αρχές του 19ου αιώνα έλαβε ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Κατά τη διάρκεια της εγκαταστάθηκαν στο νησί πολλοί πρόσφυγες από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Εύβοια, οι οποίοι ενδυνάμωσαν το ντόπιο στοιχείο και επηρέασαν τη λαϊκή φορεσιά, την αρχιτεκτονική και γενικά την πολιτιστική εξέλιξη των κατοίκων. Η κοινωνική διάρθρωση που επιβλήθηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας στη Σκόπελο επηρέασε άμεσα τα ήθη, τα έθιμα και ήταν μία από τις κύριες αιτίες που διαμόρφωσαν την ιδιαιτερότητα του λαϊκού της πολιτισμού. Στο νησί υπήρχε έντονος διαχωρισμός των κοινωνικών τάξεων. Την άρχουσα τάξη αποτελούσαν οι μεγαλοκτηματίες και οι καραβοκύρηδες του νησιού. Αυτοί διαφέντευαν ουσιαστικά και αναλάμβαναν να πληρώνουν τους ετήσιους φόρους στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποτελείτο από μικροκαλλιεργητές αγρότες, εργάτες και ναύτες που επάνδρωναν τον εμπορικό στόλο. Την αστική τάξη αντιπροσώπευαν πολύ λίγα άτομα, κυρίως έμποροι. Τέλος, μία άλλη μικρή αλλά δραστήρια τάξη αποτελούσε ο κλήρος και οι πολυπληθείς μοναχοί. Ο επίσκοπος και οι ηγούμενοι των μοναστηριών ασφαλώς ανήκαν στην άρχουσα τάξη. Επόμενο ήταν ο ανώτερος κλήρος και οι προεστοί από τη μία και ο λαός από την άλλη να αποτελούν δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Αν και δεν έχουν σωθεί γραπτές μαρτυρίες για τις διενέξεις, πληροφορίες από παλιούς Σκοπελίτες επιβεβαιώνουν την έχθρα και τις προστριβές. Οι μεγάλες οικογένειες αποτελούσαν τους τσιφλικάδες του νησιού κατέχοντας τεράστιες εκτάσεις, που συνεχίζουν να έχουν οι απόγονοι τους μέχρι σήμερα. Η κοινωνική αυτή διάρθρωση δεν άλλαξε μετά την επανάσταση. Στα έργα του Παπαδιαμάντη καθρεφτίζεται η μεγάλη φτώχεια στην οποία ζούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στη Σκιάθο και ασφαλώς και στα άλλα νησιά, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από εκεί ξεκινάει και το μεγάλο ρεύμα της μετανάστευσης στην Αμερική, τη Ρουμανία και τη Ρωσία στο τέλος του περασμένου αιώνα. Αντίθετα, η τάξη που αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη στη βελτίωση του βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου ήταν αυτή των ναυτικών, που με τα καράβια τους όργωναν τις θάλασσες της Μεσογείου, του Ευξείνου, αλλά και τους μεγάλους ωκεανούς. Αποτέλεσμα ήταν να συσσωρευτεί αρκετός πλούτος στο νησί και κυρίως όμως στην τάξη των καραβοκυραίων. Πολλά έπιπλα, γυαλικά, διακοσμητικά πιάτα μεταφέρονταν κατά κόρον για να στολίσουν το σκοπελίτικο σπίτι. Εμπορεύματα μεταφέρονται επίσης από άλλες χώρες και με ξένα πλοία που συνέρρεαν στο νησί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το 18ο αιώνα στη Σκόπελο υπήρχαν υποπροξενεία της Βενετίας, Αγγλίας και Γαλλίας. Έτσι είναι φανερό ότι ήδη από πολύ νωρίς στοιχεία του πολιτισμού της Δύσης εισέβαλαν στο νησί, κάτι που ήταν αδιανόητο για άλλες κοινότητες του ελληνικού χώρου που ζούσαν σε πεδινά ή ορεινά μέρη στο εξωτερικό. Ακόμα και η τοπική στολή της Σκοπέλου έχει πολλά ξενόφερτα στοιχεία και απομακρύνεται πολύ από άλλες ενδυμασίες, όχι μόνο της ηπειρωτικής αλλά και της νησιωτικής Ελλάδας.
Οι νέες ιδέες από το εξωτερικό και η οικονομική ευμάρεια στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου ένα είδος ημιαστικής τάξης με σαφή χαρακτηριστικά και με στεγανά που δεν επέτρεπαν γάμους με μέλη των κατωτέρων τάξεων. Από την καινούργια αυτή κοινωνική ομάδα γεννήθηκαν οι πουριτανιστικές αντιλήψεις που επεκτάθηκαν στη συνέχεια και στις υπόλοιπες τάξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γυναικείος πληθυσμός δεν εργαζόταν στα κτήματα σε μόνιμη βάση, όπως σε καθαρά άλλες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Τα κορίτσια δεν έβγαιναν από το σπίτι μέχρι να παντρευτούν. Ο συντηρητισμός αυτός στα ήθη συνεχίστηκε και μέχρι πριν από 30 - 40 χρόνια. Βέβαια στο νησί υπήρχαν και καθαρά αγροτικοί πληθυσμοί, κυρίως στην περιοχή της Γλώσσας και του Κλήματος. Μικρή αλλά χαρακτηριστική τάξη αποτελούσαν και οι κτηνοτρόφοι, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει από τη Β. Εύβοια και γι αυτό ονομάζονταν βλάχοι. Οι τσοπάνηδες αυτοί ζούσαν συνήθως όλο το χρόνο σε ορεινές περιοχές του νησιού, όπου κατείχαν τεράστιες δασικές εκτάσεις, και είχαν ένα δικό τους τρόπο ζωής. Εδώ οι γυναίκες εργάζονταν σκληρά όλο το χρόνο βοηθώντας τους άντρες. Τέλος, μια άλλη κοινωνική ομάδα που ξεχώριζε και επέζησε ως τις μέρες μας, ήταν οι αγωγιάτες με τα πελώρια μουλάρια τους και τη χαρακτηριστική τους φορεσιά, μιας και η διακίνηση αγαθών μέσα στην πόλη της Σκοπέλου γινόταν και γίνεται σε μεγάλο βαθμό με ζώα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ