Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου
Σχέσεις Ἁγίου Ὄρους καί Σκοπέλου


Καί διά τοῦτο λέγεται τοῦτο τῆς Παναγίας κῆπος καί περιβόλιον, μόνον ἐπ᾿ ἀληθείας, ὅτ᾿ εἰς αὐτὸ εὐφραίνεται μὲ ὅλην τὴν καρδίαν καί νοητὴν ὀσφραίνεται χάριν καὶ εὐωδίαν.
Ὁ ἴσκιος τοῦ
[Ἄθωνα] τόσο μακρύς, ὡς εἰς τὴν Λῆμνον φθάνει περνᾶ δὲ καὶ τὴν Σκόπελον, καὶ τὴν Σκιάθο πιάνει καὶ διὰ τοῦτο Σκίαθος ἡ νῆσος ὠνομάσθη ὅτι ἀπό τὸν ἴσκιο του πολλάκις ἐσκεπάσθη
(Κῆπος Χαρίτων, κεφ. 17ον)

Αὐτά ἔγραφε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, στό β’ μισό τοῦ 18 ου αἰ., ὁ διάσημος Σκοπελίτης μοναχός Καισάριος Δαπόντες, ἀναφερόμενος, μέ τό δικό του χαρακτηριστικό καί ἐμπνευσμένο τρόπο, στόν τόπο πού ἔμελλε νά ἀσκηθεῖ ἀλλά καί νά δημιουργήσει τό πληθωρικό του συγγραφικό ἔργο. Μέ τούς στίχους ὅμως αὐτούς παρέχει σέ μᾶς τήν εὐκαιρία νά συνδέσουμε τά δύο αὐτά εὐλογημένα μέρη τῆς πατρίδας μας: τό Ἅγιον Ὄρος καί τή Σκόπελο.
Τό νά μιλήσει κανείς βέβαια στό στενό χρονικό πλαίσιο μιᾶς εἰσήγησης, γιά τίς σχέσεις πού ἀναπτύχθηκαν μεταξύ δύο τόπων μέ τόσο πλούσια ἱστορία, δέν θά ἦταν ἐφικτό, ἐκτός ἄν ἀναφερόταν σ᾿ αὐτές ἀκροθιγῶς καί μέ συνοπτικό τρόπο καί διακινδυνεύοντας συνάμα, τά ὅσα θά εἰπωθοῦν νά θεωρηθοῦν ἀτελῆ καί σύντομα. Παρόλα αὐτά ἐμεῖς θά τό ἐπιχειρήσουμε, μέ τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτάτου καί τῶν σεβαστῶν πατέρων, πού μᾶς ἔδωσαν τήν εὐκαιρία νά μοιραστοῦμε μαζί σας τή χαρά γιά τίς ἑορταστικές αὐτές ἐκδηλώσεις, καί ἐνθαρρυνόμενοι ἀπό τήν ἀγάπη ὅλων τῶν παρευρισκομένων. Σᾶς εὐχαριστοῦμε ἐκ τῶν προτέρων ὅλους.
Ἐκ προοιμίου θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι μία πρώτη παρουσίαση τῶν σχέσεων Ἁγίου Ὄρους καί Σκοπέλου ἔγινε πρό εἰκοσαετίας ἀπό τόν σύγχρονο ἱστοριοδίφη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς Σκοπέλου, π. Κωνσταντίνο Καλλιανό, ὁ ὁποῖος στό κλασικό του δημοσίευμα Σχέσεις Σκοπέλου - Ἁγίου Ὄρους συμπλήρωσε, βελτίωσε καί τεκμηρίωσε μέ τίς ἔρευνές του, τήν προηγηθεῖσα σημαντική συμβολή τοῦ καθηγητοῦ Ἀδαμαντίου Σάμψων, ἀλλά καί τήν ἐπιγραφική καταγραφή τοῦ Π. Λαζαρίδη. Σήμερα ἐμεῖς, ἐρχόμενοι ἀπό τό τόσο κοντινό (ἀπό ἀπόψεως γεωγραφικῆς θέσης) ἀλλά καί τόσο μακρινό Ἅγιον Ὄρος (ἀπό ἀπόψεως κόπου καί χρόνου τοῦ ταξιδιοῦ) καί ἀξιοποιώντας τίς παραπάνω ἐπιστημονικές συμβολές, ἐπιχειροῦμε μία δεύτερη παρουσίαση, ὑπό τό φῶς τῶν ὅσων ἡ σύγχρονη ἔρευνα ἔχει προσθέσει στήν διερεύνηση τῆς ἀλληλεξάρτησης, τῆς οἰκειότητας καί τῆς πνευματικῆς καί πολιτιστικῆς ὄσμωσης μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν τόπων, πού καλλιεργήθηκε σέ διάφορα ἐπίπεδα, ὅπως θά διαπιστώσουμε στή συνέχεια.
Γιά τό πότε χρονολογοῦνται οἱ σχέσεις τῆς Σκοπέλου μέ τόν γηραιό Ἄθωνα, εἶναι κάτι πού δέν εἶναι δυνατόν μέ βεβαιότητα ἀπαντηθεῖ. Οἱ πηγές γι᾿ αὐτό τό θέμα σιωποῦν. Ὠστόσο μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὅτι αὐτές ἀρχίζουν τόν 9ο αἰώνα, μέ τήν παρουσία στήν περιοχή τοῦ ἁγιορείτου ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου, ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς Περιστερῶν τῆς Θεσσαλονίκης, πού σύμφωνα μέ τό Βίο του, ἀσκήθηκε καί ἐκοιμήθη ὁσιακά στή γειτονική στή Σκόπελο νήσο Γιούρα (Ἱερά νήσος, τότε) -ἐδῶ νά σημειώσω ὅτι στό ἴδιο νησί 900 χρόνια μετά, ἀσκήθηκε καί ἐκοιμήθη ὁ ὅσιος Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης, πρῶτος διδάσκαλος στή Σχολή τῆς Σκοπέλου, ἀλλά καί πνευματικός ὀδηγός τῶν Σκοπελιτῶν, κατά τόν Δαπόντε.
Οἱ ἀρχόμενες αὐτές σχέσεις φαίνεται ὅτι στή συνέχεια ἐνδυναμώθηκαν, μέ τήν κτιτορική παρουσία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, περί τό ἔτος 993, ὁπότε ὁ ἱδρυτής τῆς Μεγίστης Λαύρας καί θεωρούμενος ὡς πατριάρχης τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, ἀγόρασε τήν ἐπίσης γειτονική στή Σκόπελο νήσο, Κυρά-Παναγιά (τότε Γυμνοπελαγήσιο) ἀπό τούς ἐνασκούμενους ἐκεῖ πατέρες. Συμπληρωματικά, ἔχουμε τό ἔτος 1016 καί μιά δωρεά στή νήσο Σκύρο τῆς μοναχῆς Γλυκερίας πρός τόν τότε ἡγούμενο τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ὑπογραμμίζουμε ὅτι ἐνῶ δέν ὑπάρχουν πληροφορίες πού συνδέουν τίς παραπάνω δραστηριότητες Ἁγιορειτῶν μέ τή Σκόπελο, τίποτε δέν ἀποκλείει τήν παρουσία ἤ τήν ἐπίσκεψή τους, στό γειτονικό μέ τά παραπάνω νησιά, πού συγχρόνως εἶναι καί τό μεγαλύτερο καί πολυπληθέστερο ἀπό τά νησιά τῶν Βορείων Σποράδων. Ὑπόμνηση αὐτῆς τῆς πιθανῆς παρουσίας ἀποτελεῖ καί ὁ ναός τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ὁ Ἄη Ἀθάνας, στό Κάστρο τῆς Χώρας Σκοπέλου.
Σύμφωνα μέ τίς ὑπάρχουσες πηγές, οἱ πνευματικές σχέσεις Ἁγίου Ὄρους, ἐμφανίζονται ἱστορικά στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰ., γύρω στά 1606, ἀρχιερατεύοντος τοῦ ἐπισκόπου Σκιάθου καί Σκοπέλου Μητροφάνους, μέ τήν ἵδρυση τοῦ σημερινοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ Συνάδων, τόν ὁποῖο οἱ Σκοπελίτες ἀφιερώνουν, μετά τό ἔτος 1630 στή Μεγίστη Λαύρα. Αὐτό εἶναι καί τό πρῶτο ἁγιορειτικό μετόχι πού μνημονεύουν οἱ πηγές. Ἀφορμή στάθηκε ἕνα θαῦμα πού ἔγινε στό νησί, ὅταν μέ τόν ἐρχομό τῆς τιμίας κάρας τοῦ ἁγίου Μιχαήλ ἀπό τή Μεγίστη Λαύρα ὅπου φυλάσσεται, λυτρώθηκε τό νησί ἀπό τήν οἰκονομική καταστροφή πού συνεπάγονταν οἱ ἀσθένειες τῶν ἀμπελώνων τοῦ νησιοῦ. Ἀνάμνηση τοῦ βαρυσήμαντου αὐτοῦ θαύματος εἶναι ὅτι στό νησί πού σήμερα μᾶς φιλοξενεῖ, οἱ παλαιοί κάτοικοι θεωροῦν τόν ἅγιο Μιχαήλ προστάτη τῶν ἀμπελιῶν καί τῶν κήπων.
Πρίν συνεχίσουμε, πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ Σκόπελος, τό πλουσιότερο σέ ναούς καί μοναστήρια, ἀλλά καί ζῶσα ἐκκλησιαστική παράδοση καί ζωή νησί τῶν Βορείων Σποράδων, εἶναι συνάμα τό ἑλληνικό νησί μέ τήν μεγαλύτερη παρουσία ἁγιορειτικῶν μετοχίων στό πέρασμα τῶν αἰώνων. Γιά τά μετόχια αὐτά ὁ π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός ἔχει πρός δημοσίευση σχετική ἐργασία, τήν ὁποία φιλάδελφα ἔθεσε ὑπόψη μας.
Καί συνεχίζουμε.
Τήν ἴδια ἐποχή, στά 1670, ἡ παλαιά ἀρχοντική σκοπελίτικη οἰκογένεια Μανωλάκη ἀφιερώνει, πάλι στή Μεγίστη Λαύρα τό δεύτερο μετόχι της στή Σκόπελο, τή μονή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γνωστότερη καί ὡς Ἁγία Μονή.
Στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰ. ἱδρύθηκε ἡ μονή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τήν ὁποία τό 1770 ἡ σκοπελίτικη οἰκογένεια Εὐαγγελινῶν, πιθανότατα μέ παρότρυνση τοῦ Καισαρίου Δαπόντε, δώρησε στόν ἱερομόναχο Παΐσιο τόν Λέσβιο, πού ἀσκεῖτο μέ πολυμελῆ συνοδεία στήν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου τῶν Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ μονή τότε ἦταν ἐρειπωμένη καί ἐγκαταλειμένη. Ὁ Παΐσιος, ἐγκατέστησε γυναικεία ἀδελφότητα, τήν ὁποία καί ὀργάνωσε κοινοβιακά, ὑπό τήν ἡγουμένη Μελάνη μοναχή Μεσολογγίτισσα. Τό 1784 ὁ Παΐσιος ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς Ξενοφῶντος καί ἀργότερα, καί τῆς Μεγίστης Λαύρας. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι στό παρεκκλήσι τῆς Καλύβης του στά Καυσοκαλύβια, ὁ Παΐσιος φρόντισε καί ἁγιογραφήθηκε στά 1777 ὁ προστάτης τῆς Σκοπέλου, ἅγιος Ρηγίνος. Μετά τήν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου Παϊσίου, ἡ μονή Μεταμορφώσεως Σκοπέλου περιῆλθε στήν κυριότητα τῆς μονῆς Ξενοφῶντος καί ἔκτοτε λειτουργεῖ ὡς μετόχι της. Στό μετόχι αὐτό ἐντοπίσαμε φορητές εἰκόνες τοῦ γνωστοῦ Ἁγιορείτου ζωγράφου μοναχοῦ Μητροφάνους τοῦ Χίου, ἰδιαίτερα στό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου, πού ἵδρυσε ὁ Παΐσιος Καυσοκαλυβίτης. Εἰκόνες τοῦ Μητροφάνη στή Σκόπελο ἐντοπίσαμε ἐπιπλέον στή μονή τῆς Εὐαγγελιστρίας, στή μονή τῆς Ἐπισκοπῆς καί στόν ἐνοριακό ναό τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος
Περί τά τέλη τοῦ 17ου αἰ. μέ ἀρχές τοῦ 18ου αἰ., ἱδρύθηκε, σύμφωνα μέ τίς ἐνδείξεις, τό σημερινό μετόχι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀφιερωμένο στό Γενέθλιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τό γνωστό «Κοτρωνάκι». Ἀξίζει νά σημειωθεῖ, ὅτι κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὁπότε, τήν περίοδο 1821-1830, τό Ἅγιον Ὄρος καταλήφθηκε ἀπό τόν τουρκικό στρατό, στό μετόχι αὐτό διαφυλάχθηκε τό Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπό τό ἔτος 1822 μέχρι τό θάνατό της, στόν Ἅγιο Ἰωάννη στό Κοτρωνάκι, ἀσκήθηκε ἡ μοναχή Ὑπατία.
Στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰ., ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης τῶν Σκοπελιτῶν γιά ἕνα θαῦμα τῆς εὐλαβικά τιμωμένης στήν ἀθωνική μονή Διονυσίου εἰκόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἑνός θαύματος πού ἔγινε στό νησί ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ πρώτου κτίτορος ἱερομονάχου Παχωμίου τοῦ Παρίου, ἀφιερώνεται στήν ἀθωνική μονή Διονυσίου, ἀπό τήν ὁποία προέρχεται, ὁ σημερινός ἐνοριακός ναός τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης μέ τά γύρω κελλιά.
Ἡ μονή τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν στή Γλώσσα, πού ἱδρύθηκε τό 1672, ἀνακηρύχθηκε ἀπό τό οἰκουμενικό πατριαρχεῖο Σταυροπήγιο καί προσαρτήθηκε τό 1770, μαζί μέ τήν σημαντική του κτηματική περιουσία, ὡς μετόχι στή μονή Ξηροποτάμου, ἀπό τούς ἀπογόνους τῶν κτιτόρων.
Μετόχι τῆς μονῆς Ξηροποτάμου ὅμως ὑπῆρχε καί στή Χώρα τῆς Σκοπέλου, κοντά στόν ἅγιο Μερκούριο, σύμφωνα μέ γραπτές καί προφορικές μαρτυρίες.
Τά ἁγιορειτικά μετόχια στή Σκόπελο, ἐκτός ἀπό τήν εὐεργετική ἐπίδραση πού εἶχαν στόν ἐμπλουτισμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν κατοίκων μέ τά νάματα τῆς ὑπερχιλιόχρονης ἁγιορειτικῆς παράδοσης, ἀποτελοῦσαν καί πόλο ἕλξης ἁγιορειτῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν στό νησί κομίζοντας ἅγια λέιψανα, τό Τίμιο Ξύλο ἤ θαυματουργές Εἰκόνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἡ λιτανεία στή Γλώσσα τό 1894, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ πού εἶναι τό μεγαλύτερο τεμάχιο παγκοσμίως, καί τό ὁποῖο φυλάσσεται στή μονή Ξηροποτάμου, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τή μεγάλη σοδειά τῶν ἀμπελώνων τῆς περιοχῆς.
Μέ τόν ἐρχομό τους αὐτό οἱ Ἁγιορεῖτες παράλληλα ἐπιτελοῦσαν καί τό ἔργο τῆς πνευματικῆς πατρότητος, ἐπηρεάζοντας συνάμα καταλυτικά καί τήν λειτουργική παράδοση τοῦ τόπου. Καί ὅπως χαρακτηριστικά μᾶς εἶπε, ἐπισκεπτόμενός μας στό Ἅγιον Ὄρος, ὁ πολυσέβαστος π. Νικόλαος Κασσανδρινός τοῦ ὁποίου τήν ἐξαιρετική ὁμιλία ἀπολαύσαμε νωρίτερα, τό λειτουργικό σκοπελίτικο ὕφος καί ἤθος, «μυρίζει Ἅγιον Ὄρος».
Γράφοντας πρίν ἀπό ἕναν περίπου αἰῶνα ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης στό ἔργο του Μέ τοῦ Βορηᾶ τά κύματα γιά τήν εὐεργετική πνευματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή γειτονική Σκιάθο σημείωνε μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Οἱ νησιῶται κατά τάς Κυριακάς καί τάς ἑορτάς προσερχόμενοι είς τήν μονήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ παρηκολούθουν τάς ἱεράς ἀγρυπνίας, ἐξωμολογοῦντο, μετελάμβαναν... ἤκουον τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί ὠδηγοῦντο νά ἀποφεύγουν τήν κακίαν καί νἀ ἀκολουθῶσι τήν εὐαγγελικήν ζωήν». Καί ἔχοντας τήν αἴσθηση ὅτι οἱ παραπάνω διαπιστώσεις τοῦ Σκιαθίτη λογίου, θά πρέπει -τηρώντας τίς ἀναλογίες- νά ἦταν βίωμα καί στά ὑπόλοιπα νησιά, ἰδιαίτερα στή Σκόπελο, θά μπορούσαμε νά κατανοήσουμε πλήρως τή σημασία τῆς ἴδρυσης καί παρουσίας τῶν Ἀθωνικῶν μετοχίων στήν περιοχή. Ἄν μάλιστα προσπαθήσουμε νά ἐξετάσουμε λεπτομερῶς τά πράγματα, τότε μέ θαυμασμό θά προσέξουμε τίς ἐπιδράσεις πού δέχτηκαν τά νησιά αὐτά στή λατρευτική τους παράδοση, ἀλλά καί τήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συμπεριφορά τῶν νησιωτῶν, στήν ὁποία ἔχει πλήρως ἀποτυπωθεῖ ἡ «σφραγίς δωρεᾶς» τοῦ ἱεροῦ καί σεβασμίου Ἄθωνα (βλ. γιά παράδειγμα, τά Κολλυβαδικά Μελωδήματα τοῦ π. Γ. Ρήγα ἤ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μέχρι σήμερα τελοῦνται στή Σκόπελο οἱ πανηγύρεις καί ἄλλες ἱεροπραξίες).
Ἐπιπροσθέτως, σέ μία ἄλλη διάσταση, δέν εἶναι καί λίγοι οἱ Σκοπελίτες πού ἀσπάζονται τή μοναχική ζωή καί ἀναχωροῦν νά μονάσουν στόν Ἄθωνα, σέ συγκεκριμένες συνήθως μονές, ὅπως ἡ Λαύρα καί ἡ μονή Ξηροποτάμου ἤ στά ἐξαρτήματά τους.
Στό πέρασμα τῶν τελευταίων αἰώνων, ἀρκετοί ἦταν οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες, πού στήριξαν καί συνέδραμαν πνευματικά τούς Σκοπελίτες, μέ τίς γνώσεις τους, τό λόγο, τή διδαχή καί τήν πνευματική καθοδήγηση. Στόν τομέα αὐτόν, ξεχωριστή εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁσίου Ἱεροθέου τοῦ Ἰβηρίτου, γιά τόν ὁποῖο ὁ προλαλήσας π. Χρήστος ἀναφέρθηκε ἐπαρκῶς. Γιά τίς ἀνάγκες ὅμως τῆς παρούσας εἰσήγησης ὑπογραμμίζουμε ὅτι ὁ ὅσιος Ἱερόθεος ἐπιτέλεσε πολύ σπουδαῖο διδακτικό ἔργο στή σχολή τῆς Σκοπέλου, πού ἱδρύθηκε τό 1724, μέ τίς εὐλογίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ ἐνέργειες τόσο τοῦ ἐπισκόπου Σκοπέλου Κλήμη, τοῦ πατέρα τοῦ Καισαρίου Δαπόντε Χατζῆ-Στεφανῆ καί τῶν τότε Προεστῶν ἀλλά καί τήν οἰκονομική συνδρομή τοῦ ἐπισκόπου πρ. Ἄρτης Νεοφύτου Μαυρομάτη, πού ἐφησύχασε καί τελείωσε τή ζωή του στό Ἅγιον Ὄρος. Τόν ὅσιο Ἱερόθεο συνέδραμε στό ἔργο του καί ὁ ἱερομόναχος Μελέτιος Ἰβηρίτης, μέχρι τό 1736 ὁπότε ἐπέστρεψαν στό Ἅγιον Ὄρος. Τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ ὁσίου Ἱεροθέου, πού ἔδρασε σάν πνευματικός πατέρας τοῦ νησιοῦ, ἐξυμνεῖ μέσα ἀπό τούς Στίχους του στόν ἔμμετρο Βίο τοῦ ὁσίου Ἱεροθέου, ὁ Παπαδιαμάντης τῆς Σκοπέλου, μοναχός Καισάριος Δαπόντες: «Δέν ἔλειπε διδάσκοντας δέ καί ἐπ᾿ ἐκκλησίας / κι ὠφελώντας τόν λαόν μέ τόσας νουθεσίας. / Ἐδέχετο καί λογισμούς κι ἐξομολογοῦσε / κι ἔτζι μέ τρόπους περισσούς τόν κόσμον ὠφελοῦσε. / Καί ὅλοι μας τόν εἴχαμε εἰς δόξαν καί τιμήν μας / εἰς περισσήν εὐλάβειαν ἀγάπην καρδιακήν μας / Ὡς εὐργέτην μας κοινόν, ὡς ἕνα θησαυρόν μας. / Τό νά πλατύνω, περισσά, ὡς θεῖον σύμβουλόν μας».
Πρίν συνεχίσουμε, νά ποῦμε ὅτι στόν Καισάριο Δαπόντε, πού τό ὄνομά του ἔχει ἤδη ἀκουστεῖ, θά μιλήσουμε στήν ἰδιαίτερη ἀναφορά μας στήν τιμώμενη αὐτές τίς μέρες μονή Εὐαγγελιστρίας.
Ἀναμφίβολα ὅμως, τή σημαντικότερη θέση ἀνάμεσα στούς πνευματικούς καθοδηγητές τῆς Σκοπέλου κατέχει ἕνας ἄλλος Ἁγιορείτης, πού συνδεόταν μέ τόν Δαπόντε: ὁ εὐαγγελιστής τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς πατρίδας μας, ὁ Ἁγιορείτης ἱερομάρτυς Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πού θεωρεῖται ἕνας ἀπό τούς ἁγίους, πού τιμῶνται ἰδιαίτερα στό νησί. Ὁ πατρο-Κοσμᾶς ἐπισκέπτεται γύρω στά 1766 τή Σκόπελο κηρύττοντας παντοῦ τό μήνυμα τῆς μετανοίας ἀλλά καί τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους. Ὁ ἴδιος μάλιστα ὁ Δαπόντες, στόν Ἱστορικό του Κατάλογο σημειώνει γιά τόν ἅγιο Κοσμᾶ ὅτι ξεκίνησε τό κηρυκτικό του ἔργο, ὅπως γράφει: «Ἀρχινώντας ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος ἀπό τόν ἱερόν μοναστήριον τοῦ Χλωροποτάμου εἰς τό ὁποῖον πρῶτον ἀνέβη. εὐγαίνωντας ἀπό τό καΐκι ἦλθεν εἰς τό κελλίον μου...».
Κατά τή διάρκεια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, τό Ἅγιον Ὄρος συμεττεῖχε σύσσωμο στόν ἀγῶνα. Ἡ πορεία ὅμως τῆς ἐπανάστασης στή γῆ τῆς Μακεδονίας, πού ξεκίνησε ἀπό τόν Ἄθωνα δέν ἦταν θετική. Αὐτό εἶχε συνέπεια, ὡς ἀντίποινα τῶν Τούρκων καί ἐπιπλέον, γιά νά ἐπιτηροῦν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τούς Ἁγιορεῖτες, τήν εἰσβολή τουρκικῶν στρατευμάτων 3.000 στρατιωτῶν, πού παρέμειναν στόν ἱερό τόπο μέχρι τό 1830. Τά ὅσα ὑπέφερε ἡ μοναχοπολιτεία τοῦ Ἄθωνα κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι φοβερό καί νά τά διηγεῖται κανείς. Στήν προσπάθειά τους οἱ Πατέρες νά διαφυλάξουν κάποια ἀπό τά ἱερά τους κειμήλια ἀπό τήν ὀργή τῶν κατακτητῶν, κατέφυγαν σέ ἀσφαλέστερους τόπους. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς στάθηκε ἡ Σκόπελος, πού σύμφωνα μέ τούς ἱστορικούς, φιλοξένησε πατέρες ἀπό τουλάχιστον ἔνδεκα ἀθωνικές μονές καί τά ἐξαρτήματά τους. Μεταξύ αὐτῶν ἀναφέρεται ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Ξενοφῶντος Παΐσιος Β’ ὁ Βυζάντιος καί ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Διονυσίου Στέφανος, ἀλλά καί ἐφησυχάζοντες στόν Ἄθωνα ἀρχιερεῖς, ὅπως ὁ πρώην Σαμοκοβίου Φιλόθεος, ἀφιερωτής τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου, πού τελείωσε τή ζωή του στή μονή Μεταμορφώσεως, μετόχι τῆς μονῆς Ξενοφῶντος, ἀλλά καί ὁ πρώην Κασσανδρείας Ἰγνάτιος, πού πρίν φθάσει στή Σκόπελο, ἐφησύχαζε στή μονή Δοχειαρίου. Καί ὅπως εἶναι φυσικό, κατά τήν μακρόχρονη παρουσία τους στό νησί, ἀσφαλῶς δέν θά ἔπαψαν νά ὠφελοῦν καί νά στηρίζουν πνευματικά τούς Σκοπελίτες.
Ἀνάμεσα στούς Ἁγιορεῖτες πατέρες, πού κατέφυγαν στή φιλόξενη Σκόπελο ἦταν καί ὁ ἱερομόναχος Τιμόθεος, τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων, μαζί μέ τή συνοδεία του, τά κειμήλια τοῦ Κελλίου τους, ἀλλά καί μέρος ἀπό τά κειμήλια τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης, στήν ὁποία μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀσκοῦμαι. Μάλιστα σέ χειρόγραφη σημείωση χειρογράφου τῆς Βιβλιοθήκης τῶν Καυσοκαλυβίων ἀναφέρεται ὅτι στό φιλόξενο νησί ἄφησε ὁ Γέροντας τήν τελευταία του πνοή. Καί στό σημεῖο αὐτό, ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε τήν ἀμφίδρομη σχέση προσφορᾶς ἀγάπης καί φιλαδελφίας μεταξύ τῶν δύο τόπων: ἀπό τή μιά πλευρά ἡ ἤδη ἀναφερθεῖσα πνευματική προσφορά τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων καί ἀπό τήν ἄλλη, ἐάν δέν εἶχαν φυγαδευτεῖ καί φυλαχθεῖ στή Σκόπελο τά κειμήλια τῆς Σκήτης μας, γιά παράδειγμα, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Καυσοκαλυβίτες ἀλλά καί οἱ προσκυνητές δέν θά ἀπολάμβαναν τοῦ πνευματικοῦ κάλλους τῶν ὅσων ἡ εὐλάβεια αἰώνων εἶχε ἀφιερώσει.
Καί στό πλαίσο αὐτό τῶν ἀμφίδρομων σχέσεων, ἀξίζει νά γίνει ἀναφορά στόν Σκοπελίτη ἐπίσκοπο Κασσανδρείας Γρηγόριο, γνώριμο τοῦ Καισαρίου Δαπόντε, πού ἐφησύχασε στή μονή Γρηγορίου καί τοῦ ὁποίου τό ὄνομα, γιά τήν προσφορά του στήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς ἔπειτα ἀπό τήν καταστροφική πυρκαϊά τοῦ 1761, τό ὄνομα, λέγω, μνημονεύεται ἀνάμεσα στούς κτίτορες. Καί σήμερα ἀκόμη θαυμάζει κανείς στό περικαλλές καθολικό τῆς μονῆς Γρηγορίου, περίτεχνες φορητές εἰκόνες, τό ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο τέμπλο καί τόν δεσποτικό θρόνο, πού εἶναι ἀφιερώματα, σύμφωνα μέ τήν ἐπιγραφή, τοῦ «Θεοφιλεστάτου ἀρχιεπισκόπου Κασσανδρείας κυρίου Γρηγορίου τοῦ ἐκ Σκοπέλου».
Στό χῶρο τῶν γραμμάτων, ἀναφέρουμε τόν ἱερομόναχο Γρηγόριο Μήτα πού ἀσκήθηκε στή μονή Ξηροποτάμου καί δίδαξε στή Σκόπελο καί στή Σκιάθο καί τόν ἱερομόναχο Νεόφυτο Κοιρανίδη, πού ἀφοῦ πρῶτα δίδαξε τήν περίοδο 1836-1839 στή Γλώσσα Σκοπέλου, ἀπ᾿ ὅπου καταγόταν, στή συνέχεια ἀναχώρησε γιά τόν Ἄθωνα, διετέλεσε ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀσκήθηκε στήν κουτλουμουσιανή σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καί «μεταῤῤύθμισε καί γραφικῶς ἐκαλλώπισε ἐπί τό βέλτιον καί κατά σύνταξιν» τόν Βίο καί τό Μαρτύριο τοῦ ὁσιομάρτυρος Γερασίμου.
Καί ἔσχατος ἀλλά ὄχι ἐλάχιστος, ἀνάμεσα στίς ἁγιορειτικές προσωπικότητες πού πρόσφεραν στή Σκόπελο τόν πνευματικό τους ἀμητό, εἶναι ὁ ἱερομόναχος Σωφρόνιος Κεχαγιόγλου. Στή σπουδαία αὐτή προσωπικότητα θά ἀναφερθοῦμε ἀργότερα μιλώντας γιά τήν ἑορτάζουσα μονή Προδρόμου.
Μέσω τῶν μετοχίων, λοιπόν, ἀναπτύσονται καί οἱ σχέσεις Σκοπέλου καί Ἁγίου Ὄρους. Ἔτσι, σύμφωνα πάντα μέ τίς πηγές συναντοῦμε πολλούς σκοπελίτες νά ἐργάζονται στό Ὀρος, εἴτε ὡς λεπτουργοί, μαραγκοί, ναυπηγοί, βαρελάδες, κτίστες καί ἔμποροι. Τρανό παράδειγμα ὁ Γλωσσιώτης ἀρχιτέκτονας, Χριστόδουλος Κορφιάτης, πού τό 1885 ἐργάζεται στή Μονή Κωσταμονίτου καί τό 1893 οἰκοδομεῖ μέ τό συνεργεῖο του τό Κυριακό τῆς ρωσικῆς (τότε) Σκήτης τοῦ Ἀγίου Ἀνδρέου (Σεράϊ), πού εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ναούς τῶν Βαλκανίων. Σύμφωνα ἐπίσης μέ μαρτυρίες, Σκοπελίτες μαστόροι οἰκοδόμησαν τό 1803 τόν νάρθηκα τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων.
Μιά ἄλλη σημαντική πλευρά τῆς σχέσεως τοῦ Ἀγίου Ὄρους καί τῆς Σκοπέλου εἶναι καί οἱ συστάσεις τῶν Ἁγιογραφικῶν ἐργαστηρίων. Πρῶτον. Τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου. Τό 1822-1823 φθάνουν στή Σκόπελο οἱ καταγόμενοι ἀπό τή Γαλάτιστα Χαλκιδικῆς, μοναχός Βενιαμίν καί ἱερομόναχος Μακάριος, ἀνεψιοί τοῦ σπουδαίου Ἁγιορείτου εἰκονογράφου Μακαρίου μοναχοῦ. Οἱ Γαλατσιάνοι αὐτοί ἁγιογράφοι μοναχοί ἀσκοῦνταν στό καρακαλληνό κελλί τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου στίς Καρυές τοῦ Ἁγίου ῎Ορους. Ἀπ᾿ ἐκεῖ, καί ἐξαιτίας τῆς Ἐπανάστασης, ἀναχώρησαν γιά τή Σκόπελο, ἀφοῦ παρέμειναν γιά ἕνα διάστημα στή Σκιάθο. Στήνουν τό ἐργαστήριό τους στό κελλί, πλησίον τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου, στή Χώρα Σκοπέλου. Ἐκεῖ φιλοτεχνοῦν πλῆθος ἱερῶν εἰκόνων, ἐνῶ παράλληλα ὁ Μακάριος διακονεῖ ὡς ἐφημέριος στόν ὡς ἄνω ναό. ῞Οταν οἱ πατέρες ἐπέστρεψαν στόν Ἄθωνα στά 1830-1831, ἄφησαν στή θέση τους τόν μοναχό Εὐθύμιο τόν Ἴμβριο, τοῦ ὁποίου πολλές εἰκόνες βρίσκονται στό νησί.
Δεύτερο ἐργαστήριο εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Ἁγιορείτου ἱεροδιακόνου Γρηγορίου Κοιρανίδου, πού ἔζησε στή μονή Ξηροποτάμου καί ἀλλοῦ, καί στή συνέχεια ἐργάστηκε στήν πατρίδα του τή Γλώσσα, μέχρι τά τέλη τοῦ 19ου αἰ.
Καί στή συνάφεια αὐτή, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι ἔργα πολλῶν Ἁγιορειτῶν ἁγιογράφων, ἐπιπλέον ἐκείνων πού ἤδη ἀναφέρθηκαν καί θά ἀναφερθοῦν στή συνέχεια, βρίσκουμε, γιά παράδειγμα, τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ., τῶν Καυσοκαλυβιτῶν μοναχῶν Θεοφαναίων, στούς ναούς Ἁγίου Παντελεήμονος καί Ἁγίου Μιχαήλ Συνάδων, καί τοῦ Καυσοκαλυβίτου μοναχοῦ Ἰωακείμ, στή μονή Εὐαγγελιστρίας.
Ὡς ἄλλο ἕνα παράδειγμα στό πλαίσιο τῆς ἀμφίδρομης σχέσης Ἁγίου Ὄρους-Σκοπέλου, μποροῦμε νά ἀναφέρουμε, τήν περίπτωση, περί τό ἔτος 1873, τῶν καταγόμενων ἀπό τή Γλώσσα Σκοπέλου ἁγιογράφων, Ἁγιορειτῶν αὐταδέλφων μοναχῶν Ἱλαρίωνος καί Ἀγαπίου, πού ἔργα τους βρίσκονται στή μονή Κουτλουμουσίου.
Στά «τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ὅπως χαρακτήριζε μέ τόν ποιητικό του λόγο, τίς ψαλμωδίες καί τούς ἱερούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, βρίσκουμε περί τό 1788 νά ψάλλει στό Πρωτᾶτο, τή μητρόπολη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος ὁ Σκοπελίτης, ἐνῶ σέ ἀμφίδρομη πάλι σχέση, περί τό 1830-1831 ζοῦν στή Σκόπελο οἱ Ἁγιορεῖτες οἱ μουσικολογιώτατοι ἱερομόναχος Συμεών καί ὁ ἱερομόναχος Ἀντώνιος. Μάλιστα τοῦ τελευταίου, πού διακόνησε ὡς ἐφημέριος στό ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στή Γλώσσα, σώζεται χειρόγραφο βυζαντινῆς μουσικῆς στόν ἴδιο ναό. Στό δεύτερο αὐτό ἀστικό κέντρο τῆς Σκοπέλου, στά τέλη τοῦ 19ου αἰ. διακόνησε ὁ ἱεροδιάκονος Διονύσιος Διαμαντής ἤ Πασούλης, μετέπειτα ἡγούμενος τῆς μονῆς Εὐαγγελισμοῦ Σκιάθου, πού μετέδωσε σέ πολλούς τίς γνώσεις του γιά τήν ψαλτική τέχνη.
Ἀπαιτεῖται περισσότερη ἔρευνα, στά ἀρχεῖα τῶν ἀθωνικῶν καθιδρυμάτων, ὅπως, γιά παράδειγμα, στά κελλιά, κυρίως τῶν Καρυῶν, πού ὀνομάζονται «Σκοπελίτικα», ὥστε νά ἀνασυρθοῦν ἀπό τή λήθη τοῦ χρόνου (πού στόν ἀθωνικό μοναχισμό συνδυάζεται καί ἀπό τήν ἀνωνυμία τῆς μοναχικῆς ταπείνωσης) βιογραφικές εἰδήσεις καί γιά ἄλλους ἀξιόλογους Σκοπελίτες-Ἁγιορεῖτες.
Στή συνέχεια θά στρέψουμε τόν πτωχό μας ἁγιορείτικο λόγο στίς δύο ἱστορικές μονές τῆς οἰκοδέσποινας τῆς σημερινῆς ἡμερίδας Σκοπέλου, πού φέτος ἑορτάζουν δύο ἐπετείους. Ἡ μέν μονή Εὐαγγελιστρίας συμπληρώνει 300 χρόνια ἀπό τήν ἐπανίδρυσή της τό 1712, ἡ δέ μονή Τιμίου Προδρόμου, κλείνει ἤδη τέσσερεις αἰῶνες ἀπό τήν ἵδρυσή της, τό 1612. Ἀφοῦ γίνουν σύντομες ἀναφορές στά ἱστορικά τῶν δύο μονῶν, θά ἐστιάσουμε στίς σχέσεις τους μέ τό Ἅγιον Ὄρος.

Μονή Εὐαγγελιστρίας.
Ἀπό τά μοναστήρια τῆς Σκοπέλου, ἐξαιρετικό ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ σταυροπηγιακή μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἤ τῆς Εὐαγγελιστρίας, ὅπως εἶναι γνωστότερη. Βρίσκεται σέ δυσπρόσιτη σχετικά τοποθεσία στό ὄρος Παλούκι, ἐνῶ οἱ ἱσχυροί περίβολοι, πού τήν περιβάλλουν, προσδίνουν στό μοναστήρι φρουριακή ἐμφάνιση.
Σημαντικές πληροφορίες τόσο γιά τήν ἵδρυση τῆς μονῆς ὅσο καί γιά τά κειμήλια, τά μετόχια καί ἄλλα ὑποστατικά της παρέχονται, ἐκτός τῶν ἄλλων πηγῶν, σέ χειρόγραφο κώδικα τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Ξηροποτάμου, τοῦ ἔτους 1777, πού ἐπιγράφεται «Κῶδιξ τῆς ἐν τῇ νήσῳ Σκοπέλῳ ἱερᾶς καί σταυροπηγιακῆς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τῆς ἐπονομαζομένης Εὐαγγελιστρίας, γενόμενος κατά τό χιλιοστόν ἑπτακοσιοστόν ἑβδομηκοστόν ἕβδομον ἔτος τό σωτήριον. Ἐν ᾧ περιέχονται καί γράφονται τά ἐν αὐτῇ προϋπάρχοντα πράγματα, ἀλλά δή καί τά κατά διαφόρους καιρούς προσγινόμενα καί ἀφιερούμενα, κινητά καί ἀκίνητα». Τόν κώδικα αὐτόν δημοσιεύσαμε πρόσφατα στή μελέτη μας Ἡ μονή Εὐαγγελιστρίας Σκοπέλου καί ὁ ἀνέκδοτος περί αὐτήν κώδικας τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε.
Περισσότερο γιά τόν Καισάριο Δαπόντε (1713-1784) ἀναμένουμε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον νά μᾶς μιλήσει στή συνέχεια ὁ π. Κωνσταντῖνος.
Ἡ ἵδρυση καί ἀκμή τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρίας συνδέεται μέ τήν οἰκογένεια Δαπόντε, ἀπό τίς ἀρχοντικότερες καί σημαντικότερες τῆς Σκοπέλου. Πιό συγκεκριμένα, ὁ Ἰωάννης Δαπόντες ὁ Γραμματικός ἀνακαίνισε παλαιότερη μονή, πού βρισκόταν στή θέση τῆς σημερινῆς. Στή συνέχεια ὁ γιός τοῦ Ἰωάννου Γραμματικοῦ Χατζῆ Στεφανής Δαπόντες, ἀνακαίνισε ἐκ θεμελίων τή Μονή, κτίζοντας τό νέο καθολικό της. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτή συνδέεται μέ τήν θαυματουργή διάσωση τοῦ νέου κτίτορα ἀπό βέβαιο θάνατο στή Σκῦρο, στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰ. Ἡ ἀνακαίνιση τῆς μονῆς ἀπό τόν Χατζῆ Στεφανῆ, ἐκτός ἀπό τόν κώδικα τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρίας, στόν ὁποῖο ἀναφερθήκαμε, ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό ἐπιγραφή πού βρίσκεται χαραγμένη σέ κρήνη τῆς ἐσωτερικῆς αὐλῆς τῆς μονῆς: «ΤΟΥ ΚΤΗΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΥΤΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΗ ΔΑΠΟΝΤΕ ΥΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟ ΚΤΗΡΙΟΝ ΚΑΙ Η ΒΡΥΣΙΣ ΑΥΤΗ. 1712».
Τό ἴδιο ἔτος κτίσθηκε ὁ νέος καθολικός ναός πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Διαβάζουμε στήν ἐπιγραφή πού βρίσκεται πάνω ἀπό τή βόρειο πύλη τοῦ ναοῦ: «ΔΙ’ ΕΞΟΔΟΥ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΗ ΔΑΠΟΝΤΕ 1712». Τήν κτιτορική δραστηριότητα τοῦ Χατζῆ Στεφανῆ ὑπογραμμίζει καί ἡ ἐπιγραφή πού βρίσκεται στό γεῖσο τοῦ κιονοκράνου τοῦ βορειοδυτικοῦ κίονα τοῦ καθολικοῦ: «1712 ΚΤΙΤΩΡ ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΔΑΠΟΝΤΕΣ». Πάντως στίς δαπάνες ἀνεγέρσεως τοῦ νέου καθολικοῦ φαίνεται ὅτι συνέβαλε καί ὁ Ἁγιορείτης ἱερομόναχος Παχώμιος Διονυσιάτης ἀπό τήν Πάρο, σύμφωνα μέ ἐπιγραφή χαραγμένη στό γεῖσο τοῦ κιονοκράνου τοῦ βορειοανατολικοῦ κίονα τοῦ καθολικοῦ: «ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ ΕΚ ΠΑΡΟΥ». Στόν Παχώμιο, κτίτορα τοῦ ναοῦ τῆς Φανερωμένης, πού παλαιότερα ἦταν μετόχι τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Διονυσίου, ἀναφερθήκαμε στήν ἀρχή τῆς εἰσηγήσεως.
Ζῶντος τοῦ κτίτορος Χατζῆ Στεφανῆ, κατέρρευσε τό καθολικό, ὁπότε καί κτίστηκε μέ ἔξοδα πάλι τοῦ ἰδίου, ἐκ θεμελίων ὁ καί σήμερα σωζόμενος ναός, τό «κάλλος τῆς Σκοπέλου», κατά τόν Καισάριο Δαπόντε,. Ὁ Καισάριος, γιός τοῦ Χατζηστεφανῆ, ἐπιτέλεσε εὐρείας κλίμακας ἀνακαινιστικές ἐργασίες στή μονή. Συγκεκριμένα, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1574-1757, ὁ λόγιος αὐτός Σκοπελίτης καί ἀργότερα ἁγιορείτης μοναχός μετά τήν ἀναχώρησή του ἀπό τή μονή Ζωοδόχου Πηγῆς τῆς ἐρημονήσου τῶν Βορείων Σποράδων Πιπέρι, ὅπου εἶχε καρεῖ μοναχός τό 1751/1753, ἐγκαταβίωσε πρώτη φορά στή μονή Εὐαγγελιστρίας, τήν ὁποία βρῆκε σέ κακή κατάσταση συντηρήσεως. Μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Καισαρίου γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί τή μονή Ξηροποτάμου τό 1757, ὁ ἀδελφός του Ἰωάννης Δαπόντες ἀνακαίνισε στά 1777 τό ξυλόγλυπτο τέμπλο καί τό δεσποτικό θρόνο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς. Σώζεται ἡ σχετική ἐπιγραφή: «Ἰωάννου Στεφάνου Δαπόντε». Τοῦ ἰδίου ἀφιέρωμα εἶναι καί τό ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο τέμπλο τοῦ καθολικοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἐπιγραφή: «ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ 1774». Τό ἐξαίρετης τέχνης αὐτό τέμπλο φέρει πλούσια διακόσμηση μέ θέματα ἀπό τό φυτικό καί ζωϊκό βασίλειο καί βιβλικές σκηνές καί ἐπιστέφεται ἀπό μεγάλο ξυλόγλυπτο σταυρό. Στό καθολικό φυλάσσονται μεγάλης τέχνης καί ἀξίας φορητές εἰκόνες, οἱ περισσότερες ἀπό τίς ὁποῖες περιγράφονται στόν κώδικα τῆς Μονῆς.
Στή μονή Εὐαγγελιστρίας ὁ Δαπόντες ἐπέστρεψε τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1778, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό τή μονή Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού τόσο εὐεργέτησε. Ὁ λόγιος Ξηροποταμηνός προηγούμενος Εὐδόκιμος σημειώνει ὅτι ὁ Δαπόντες «δικαιοῦται νά εἶναι εἰς τήν σεπτήν χορείαν τῶν κτητόρων τῆς Μονῆς», ἀναφερόμενος στήν ἀνέγερση τοῦ νέου καθολικοῦ τῆς μονῆς Ξηροποτάμου, πού συντελέσθηκε μέ τούς κόπους καί τή μέριμνα τοῦ Δαπόντε.
Ὁ Καισάριος βρίσκοντας τή μονή στή Σκόπελο ἔρημη καί παραμελημένη, δέν ἄργησε νά ἀρχίσει τίς ἀνακαινίσεις καί τίς ἀφιερώσεις, ὅπως αὐτές παρουσιάζονται καί στόν κώδικα τῆς Μονῆς. Ἀργότερα, στίς 25 Ἰανουαρίου 1780, στή Μονή κοινοβίασε μαζί μέ τόν Καισάριο, ὁ ἐπίσκοπος Θαυμακοῦ Σεραφείμ (1763-1773), τοῦ ὁποίου τά ἀφιερώματα στή μονή ἀναφέρονται στόν ἤδη ἐκδεδομένο κώδικα.
Ἕξι χρόνια μετά τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή του στή μονή Εὐσαγγελιστρίας, ὁ Καισάριος, ἀνταποκρινόμενος στίς προτροπές τῶν πρώην συμμοναστῶν του Ξηροποταμηνῶν πατέρων, ἀφιέρωσε τή σκοπελίτικη μονή στή μονή Ξηροποτάμου. Στό ἀρχεῖο τῆς μονῆς Ξηροποτάμου σώζεται τό δωρητήριο γράμμα τοῦ Δαπόντε μέ ἡμερομηνία 10 Ἰουνίου 1784. Ὅμως, εἴκοσι δύο μέρες ἀργότερα, καί πιθανότατα πρίν λάβει ἀπάντηση ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος γιά τήν ἀποδοχή τῆς δωρεᾶς καί τῶν ὅρων της, ὁ Καισάριος ἀναχώρησε ἐσπευσμένα ἀπό τή Σκόπελο, στίς Ἰουλίου 1784, ἐπανερχόμενος στή μονή Ξηροποτάμου, ὅπου ἔζησε τούς τελευταίους πέντε μῆνες τῆς ζωῆς του. Τό τέλος του ἐπῆλθε στίς 4 Δεκεμβρίου 1784, ἀφήνοντας ἀνεκτέλεστη καί τήν ὑπόθεση τῆς μεταβίβασης τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρίας στό Ἅγιον Ὄρος. Μέ τήν ἤδη μνημονευθεῖσα ἔκδοση τοῦ κώδικα τῆς μονῆς Εὐεγγελιστρίας, πλουτίστηκαν οἱ γνώσεις μας γιά τή βιογραφία τοῦ Καισαρίου Δαπόντε καί προστέθηκαν ἄγνωστα βιογραφικά καί χρονολογικά στοιχεῖα γιά ἀφιερωτές, ζωγράφους κ.ἄ. ἐνῶ ἀντλοῦνται εἰδήσεις γιά πρόσωπα τῆς ἐποχῆς, πού σχετίζονται μέ τή μονή Εὐαγγελιστρίας, ἡ ὁποία φέτος συμπληρώνει 300 χρόνια ἀπό τήν ἐπανίδρυσή της.

Μονή Τιμίου Προδρόμου.
Ἡ μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου φέρεται ὅτι ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἱερομόναχο
Συμεών. Μέ πατριαρχικό καί συνοδικό γράμμα τοῦ πατριάρχη Τιμοθέου Β’ τοῦ ἔτους 1619 ἡ μονή ἀνυψώνεται σέ σταυροπηγιακή. Στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰ. βρίσκουμε στό πηδάλιο τῆς μονῆς τόν ἱερομόναχο Φιλάρετο, ὁ ὁποῖος πρίν ἀναλάβει τήν ἡγουμενία εἶχε ἀναγείρει τήν πλησιόχωρη στή μονή Προδρόμου μονή τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Σύμφωνα μέ τήν παρακάτω σωζόμενη μαρμάρινη ἐπιγραφή πού βρίσκεται στό ὑπέρθυρο τῆς δυτικῆς εἰσόδου τοῦ καθολικοῦ, τό ἴδιο τό καθολικό, ὁπότε καί ἡ Μονή, φαίνεται ὅτι ἀνακαινίσθηκαν τό ἔτος 1721: «ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ 1721».
Τά παραπάνω ἐπιβεβαιώνονται καί ἀπό τοιχογραφική σύνθεση πού εἶναι ἱστορημένη στήν τράπεζα τῆς μονῆς, πιθανόν ἔργο τοῦ μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων, ὅπου εἰκονίζεται ὁ κτίτωρ τῆς μονῆς ἱερομόναχος Φιλάρετος νά προσφέρει ὁμοίωμα τῆς μονῆς στόν Τίμιο Πρόδρομο. Ὁ Πρόδρομος εἰκονίζεται σέ κόγχη στά ἀριστερά του, δεόμενος στόν Κύριο μαζί μέ τήν Κυρία Θεοτόκο. Ἡ σύνθεση φέρει τήν ἐπιγραφή: «ΕΠΙ ΤΩ ΣΩ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥΤΗΝ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΩΚΟΔΟΜΗΣΑ / ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΚΤΗΤΩΡ». Τόν Φιλάρετο διαδέχθηκε ὁ μοναχός Δοσίθεος, ἐνῶ τό 1740 βρίσκουμε στή ἡγουμενία τῆς Μονῆς τόν ἱερομόναχο Στέφανο, σύμφωνα μέ τήν παρακάτω χειρόγραφη μαρτυρία σέ κώδικα τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πού ἐντόπισε ὁ π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός: «Ἐτελειώθη το παρόν δι᾿ ἐμοῦ Μελχισεδέκ ἱεροδιακόνου Παντοκρατορινοῦ, εἰς τό μοναστήριον τοῦ Προδρόμου ἐν Σκοπέλω, ἡγουμενεύοντος Στεφανου ἱερομονάχου 1740 μαρτίου ια΄». Μία ἐπιπλέον εἴδηση πού προκύπτει ἀπό τήν παραπάνω μαρτυρία εἶναι ὅτι ἤδη στά 1740, ἔχουμε παρουσία Ἁγιορείτου μοναχοῦ στή μονή Προδρόμου.
Σέ πρόσφατη μελέτη μας, ἀποδώσαμε τήν δεσποτική εἰκόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἔτους 1705, πού βρίσκεται στό τέμπλο τοῦ καθολικοῦ, στόν σημαντικό ζωγράφο κρητικῆς σχολῆς, Ἀντώνιο Ἀγοραστό τόν Κρήτα, πού ἔργα του ὑπάρχουν σέ πολλούς ναούς τῆς Σκοπέλου, ἀνάμεσά στούς ὁποίους, στό καθολικό τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρίας, ὅπως ἐπισημάναμε στήν παραπάνω μελέτη. Στήν εἰκόνα τῆς μονῆς Προδρόμου ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τό ἀριστερό του χέρι κρατεῖ ἀνοιγμένο εἰλητάριο, στό ὁποῖο ἀναγράφεται τό κείμενο: «Καλότυχος [ἐκεῖνος] ὁποῦ κάμει ἐκεῖνα ὁποῦ ἐγώ ἔγραψα εἰς τά Ἠθικά, ἤτοι Ἀσκητικά, ὅτι θέλει ἀξιωθεῖ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν συναγαλλόμενος καί συνευφραινόμενος μετά πάντων τῶν ἀγγέλων καί ἁγίων». Τό κείμενο εἶναι παράφραση ἀπό πρόλογο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού εἰσάγει στούς Ὄρους κατά πλάτος, μέρος τῶν Ἀσκητικῶν Λόγων του. Μέ τό κείμενο στό εἰλητάριο ὁ Ἅγιος παρουσιάζεται νά διδάσκει τούς μοναχούς, κάτι ἄλλωστε πολύ παραστατικά ἀποτυπώνεται καί στήν εἰκόνα, καθώς εἰκονίζονται ἀκροώμενοι ὅμιλος σεβάσμιων μοναχῶν, γηραιῶν καί νεότερων, πού ἔχουν τά χέρια ὑψωμένα σέ στάση δεήσεως πρός τόν Ἅγιο. Ἡ πολύ διδακτική αὐτή σύνθεση εἶναι ἀπόλυτα ταιριασμένη μέ τό μοναστικό περιβάλλον τῆς μονῆς Προδρόμου, πού σύμφωνα μέ τόν Καισάριο Δαπόντε, εἶναι τό «ἀσκητικό» μοναστήρι τῆς Σκοπέλου.
Τήν ἐποχή πού ἐξετάζουμε, οἱ ἀπ᾿ αἰώνων σχέσεις Ἁγίου Ὄρους καί Σκοπέλου ἦταν πολύ στενές, μιά πού στό νησί διατηροῦσαν μετόχια ἀρκετές ἀθωνικές μονές (ὅπως ἤδη ἀναφέραμε), μαστόροι ἀπό τήν Σκόπελο ἀπασχολοῦνταν σέ ἀνοικοδομήσεις ναῶν καί ἄλλων κτιρίων στόν Ἄθωνα, ἐνῶ παράλληλα ἀνθοῦσαν τό ἐμπόριο καί οἱ πολιτιστικές ἀνταλλαγές.
Πρόσφατα, σέ ἀνακοίνωσή μας σέ ἐπιστημονικό Συνέδριο, ἀποδώσαμε πέντε φορητές εἰκόνες τῆς μονῆς Προδρόμου, στό φημισμένο Ἁγιορείτη ἁγιογράφο ἱερομόναχο Διονύσιο πού καταγόταν ἀπό τόν Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων. Πρόκειται γιά τίς δεσποτικές εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος, τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ ἔνθρονου ἁγίου Νικολάου καί τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, πού βρίσκονται στό τέμπλο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Προδρόμου. Οἱ εἰκόνες αὐτές φιλοτεχνήθηκαν ἀπό τόν Διονύσιο καί τό ἐργαστήριό του τήν περίοδο 1720/1721, ἐποχή κατά τήν ὁποία ἀνακαινίσθηκε τό καθολικό, ὁπότε καί ὅπως φαίνεται κατασκευάσθηκε τό νέο τέμπλο. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀνεπίγραφες καί ἀχρονολόγητες. Ἀπό καλλιτεχνική ἄποψη οἱ μορφές καί στίς πέντε εἰκόνες εἶναι ρωμαλέες, μέ σωματική εὐρύτητα καί ὄγκο καί ἐντάσσονται στήν τάση ἐπιστροφῆς στήν παλαιολόγειο ζωγραφική τοῦ 14ου αἰ., πού κηρύσσει στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰ. ὁ ἱερομόναχος Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ, πού ἀσκήθηκε στό Ἅγιον Ὄρος καί εἶναι γνωστός γιά τό ἔργο του Ἑρμηνεία τῆς Ζωγραφικῆς Τέχνης. Ἡ γνώμη μας γιά τίς εἰκόνες αὐτές τῆς μονῆς Προδρόμου εἶναι ὅτι πρόκειται, ἀπό καλλιτεχνικῆς ἀπόψεως, γιά τό σημαντικότερο ἔργο τῆς μεταβυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰκαστικῆς τέχνης στό αἰγαιοπελαγίτικο αὐτό νησί.
Στήν ἴδια τιμώμενη σήμερα μονή Προδρόμου, ἐντοπίσαμε καί ἄλλο ἕνα ἔργο Ἁγιορείτου ἁγιογράφου, τῶν μέσων τοῦ 18ου αἰ. Πρόκειται γιά τήν φορητή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Παντανάσσης, πού βρίσκεται στό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου [ἤ τῶν Ἀρχαγγέλων], καί πού τήν ἀποδώσαμε στόν χρωστῆρα τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ὁσιακῆς μνήμης ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ Σκούρτου, πού λειτουργοῦσε στό λαυριωτικό κελλί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στίς Καρυές. Ἀπό τό ἴδιο ἐργαστήριο προέρχονται καί οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στό νησί Πιπέρι.
Καί περατώνουμε τήν ἀναφορά μας στή μονή Προδρόμου, δίνοντας μία ἀκόμη φωτεινή ἁγιορειτική διάσταση. Πρόκειται γιά τήν εὐεργετική γιά ὅλη τήν Σκόπελο παρουσία τοῦ Ἁγιορείτου γέροντος Σωφρονίου Κεχαγιόγλου, πού διατηροῦσε φιλικούς καί πνευματικούς δεσμούς μέ τόν ἅγιο Νικόλαο Πλανᾶ, τόν Παπαδιαμάντη ἀλλά καί ἄλλα πνευματικά ἀναστήματα τῆς ἐποχῆς του. Ἀπό τήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρος, ἔφθασε στά 1897 στή Σκόπελο καί ἐγκαταβίωσε στή μονή Προδρόμου, πού μέ τό διάταγμα τοῦ 1833 τῆς ἀντιβασιλείας τῶν Βαυαρῶν ἦταν διαλυμένη. Ἐκεῖ, μαζί μέ ἕναν ἄλλο Ἁγιορείτη, τόν μοναχό Σίλβεστρο Μονοκρούση, ἄρχισαν τό μεγάλο ἀγῶνα νά ξαναδώσουν στό ἱστορικό μοναστήρι τό μοναστικό καί πνευματικό μεγαλεῖο του. Ἐκεῖνο τό μεγαλεῖο, πού εἶχε κάνει τόν Δαπόντε νά γράψει: «ὁ Πρόδρομος, τό ἀσκητικόν μοναστήριον».
Ὁ γέρων Σωφρόνιος, δέν ἀρκέστηκε μόνο στήν μεταλαμπάδευση τοῦ ἁγιορειτικοῦ ἀσκητικοῦ πνεύματος στή μοναχική κοινότητα τῆς Σκοπέλου καί στήν πνευματική καθοδήγηση τῶν κατοίκων της, ἀλλά μέχρι τό τέλος του, τό 1934, δέν ἔπαψε νά ὠφελεῖ καί ἄλλους τόπους, ὅπως ἡ Θεσσαλία. Παράλληλα, ὁ γέρων Σίλβεστρος, ἄριστος κάτοχος τῆς ψαλτικῆς τέχνης ὡς μαθητής τῶν σπουδαίων μουσικοδιδασκάλων ἱεροδιακόνου Ἀνθίμου καί Κλεομένους Ἀθήνη, λειτούργησε, μέχρι τήν κοίμησή του τό 1922, Σχολή ψαλτικῆς τέχνης στή μονή Προδρόμου, πού ἄφησε πολλούς ἄξιους ἱεροψάλτες, οἱ ὁποῖοι κόσμησαν τούς ἐνοριακούς ναούς τῆς Σκοπέλου.
Ἀντί ἐπιλόγου, ὁλοκληρώνουμε τήν ἀποψινή μας εἰσήγηση μέ τά ἐγκωμιαστικά καί ἱκετευτικά λόγια πού ψέλλισε τό καύχημα τῆς Σκοπέλου, Ἁγιορείτης μοναχός Καισάριος Δαπόντες στόν προστάτη τῆς Σκοπέλου καί τιμώμενο σήμερα, ἅγιο Ρηγίνο.
«Χαίροις τὸ ἀγαλλίαμα, ἡ δόξα τῶν Σκοπέλων / Χαίροις ὁ τῆς πατρίδος μου πολύφωτος κοσμήτης / ἐμοῦ δὲ ὁ πολύτιμος ἔκλαμπρος μαργαρίτης / Χαίροις καὶ σὺ ἡ Σκόπελος πατρίς μου ἡ τιμία / καὶ δέξαι τὰ ψελλίσματα ταῦτα ἐν προθυμίᾳ / Καὶ σὺ δὲ ἁγιώτατε πάτερ καὶ Δέσποτά μου / ἐπιμελοῦ τὴν πόλιν σου, φύλαττε τὸν λαόν σου / ὅπου τιμᾶ πανευλαβῶς τάφον τὸν ἅγιόν σου. / Σκέπε τὴ ἐπαρχίαν σου, σῶζε τὸ ποίμνιό σου / ὁποῦ δοξάζει κι ἐκτελεῖ καὶ τὸ μνημόσυνόν σου. / Βρέχε την τὴν Σκόπελον μὲ ἔλεος παντοτεινὰ τὸ θεῖον / ἵνα βλαστάνη καὶ γενᾶ καρποὺς καλῶν παντοίους» Ἀμήν.

Εἰσήγηση στήν Ἡμερίδα μέ τίτλο: «Τῆς νήσου Σκοπέλου τρίμορφον ἱερόν ἤτοι τιμή στόν ἅγιο καί πολιοῦχο τῆς νήσου Ρηγίνο καί στίς σεπτές Μονές τοῦ θείου Εὐαγγελισμοῦ καί τοῦ Τιμίου Προδρόμου», πού διοργανώθηκε ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Χαλκίδος καί ἔλαβε χώρα στή Σκόπελο, 22 Ἰουνίου 2012, μέ ἀφορμή τίς λαμπρές ἑορταστικές ἐκδηλώσεις τίς ἀφιερωμένες στήν ἐπέτειο τῆς συμπλήρωσης 1650 ἐτῶν ἀπό τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ρηγίνου, 400 ἐτῶν ἀπό τήν ἵδρυση τῆς μονῆς Τιμίου Προδρόμου καί 300 ἐτῶν ἀπό τήν ἐπανίδρυση τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρίας.


Ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός εἰσηγούμενος στήν ἡμερίδα τό θέμα «Τῶν Σκοπελιτῶν ὁ νόστος. Ἡ περίπτωση τοῦ Καισάριου Δαπόντε καί ἡ πνευματική του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ